Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ευάγριος

Νείλος ο Σιναΐτης. Κωνσταντινουπολίτης γέννημα θρέμμα. Πλούσιος διανοούμενος. Λόγιος. Και μαθητής του Πατριάρχη Χρυσόστομου. Γεννημένος τον τέταρτον αιώνα. Λαϊκός. Έπαρχος Κωνσταντινουπόλεως από νεαρός. Επί Θεοδοσίου Β΄. Το τετρακόσια κάτι.

Και κάποια στιγμή του βίου του τα παράτησε όλα. Ήλθαν με τη γυναίκα του στην Αλεξάνδρεια, πήρε εκείνη την κόρη τους και πήγε σε μοναστήρι, και πήρε κι αυτός τον γιό, τον Θεόδουλο, και πήγαν στο όρος Σινά. Προς άσκησιν. Και τους την πέσαν βάρβαροι, Σαρακηνοί, και το βουτήξαν το παιδί. Κι έκλαιγε ο καημένος ο Νείλος και θρηνούσε. Πουλήθηκε όμως, ο Θεόδουλος, στον Επίσκοπο της Ελούσας, στην Παλαιστίνη. Που τον έβαλε λέει να φυλάττει την Εκκλησία. Υπεύθυνο στη θύρα. Πορτιέρη. Κι εκεί τον βρήκε ο έρμος ο πατέρας που τον έψαχνε παντού, κι ο Επίσκοπος εχάρηκε και τους χειροτόνησε παπάδες αμφότερους και τους έστειλε πίσω στο Σινά. Όπου πιάσαν ένα σπήλαιο κι εμόνασαν σαράντα χρόνια. Μυθιστόρημα.

Έγραψε, και τι δεν έγραψε ο Νείλος. Ήταν γνωστός θεολόγος και συγγραφέας. Και πηγαίναν και τον συμβουλεύονταν και ρωτούσαν τη γνώμη του. Τι επιστολές, τι κατά των αιρέσεων και του παγανισμού, τι αποφθέγματα για τον μοναχισμό. Και φαίνεται ότι μέσα στο απέραντο σώμα του έργου του, έχουν χωθεί και κάποια από τα έργα ενός μεταγενέστερού του: του Ευάγριου.

Αυτός πάλι ήταν Σύρος. Ο Ευάγριος ο Σχολαστικός. Γραφιάς κι αυτός και λόγιος και διανοούμενος. Γεννημένος στην Επιφάνεια, τη σημερινή Χαμά τής Συρίας, στις όχθες του Ορόντη. Κάπου διακόσια χιλιόμετρα από τη Δαμασκό. Λιγότερο από πενήντα χιλιόμετρα από τη Χομς. Καρδιά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στα μισά τού έκτου αιώνα.

Πλουσιόπαιδο και αριστοκράτης, με γνωριμίες και μεγάλη μόρφωση. Σπούδασε λογιών λογιών Γράμματα, και κατέληξε στη Νομική, την οποία και τελείωσε ευδοκίμως. Εξ ου και Σχολαστικός. Γιατί Σχολαστικός ήταν τίτλος στην Αυτοκρατορία. Δικηγόρος εσήμαινε. Κι ο Ευάγριος ήταν βοηθός και δικηγόρος τού Γρηγορίου, του Πατριάρχη Αντιοχείας. Και μάλιστα τον υπερασπίστηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου δικαζόταν —ο Γρηγόριος— για κάτι ανάρμοστα ερωτικά, λέει.

Γραφιάς λοιπόν κι ο Ευάγριος. Μεγάλος όγκος έργων αλλά μόνο η «Εκκλησιαστική Ιστορία» έφτασε ως εμάς. Εξάτομη. Η ιστορία του Χριστιανισμού και τα βιογραφικά όλων των επισκόπων και των αγίων. Από τη σύνοδο της Εφέσου, την Γ΄ Οικουμενική, του 431, ώς τον Φλάβιο Μαυρίκιο Τιβέριο Αύγουστο, τον Καππαδόκη Αυτοκράτορα. Καταλεπτώς. Και μάλιστα με ιστορικές αξιώσεις – διασταυρωμένα πράματα. Αν εξαιρέσεις ότι, όπως κι άλλοι εκείνη την εποχή, δε γράφαν ολοκληρωμένα χρονικά, και άρα λείπαν χρονολογίες, πόλεμοι και άλλα σημαντικά γεγονότα, δυσκολεύοντας τη διασταύρωση των στοιχείων απ’ όπου δε λείπουν λάθη, μ’ αυτήν την επιφύλαξη το έργο του αυτό παραμένει πολύτιμη πηγή.

Κι ήταν φίλος του Χαλκηδονισμού ο Ευάγριος. Της Συνόδου της Χαλκηδόνος, του 451. Που δεχόταν την ένωση των δύο φύσεων του Χριστού σε μία υπόσταση. Που έτσι τον αναγνώριζε —τον Χριστό— ως Πρόσωπον. Θεολογικά μονοπάτια. Η ουσία είναι ότι ο κόσμος χωρίστηκε σε Χαλκηδονιστές, Ημιχαλκηδονιστές και Αντιχαλκηδονιστές. Εντάξει. Κι έτσι φαίνεται να βόλεψε οι ρήσεις περί μοναχισμού τού Ευάγριου να αποδοθούν στον Νείλο.

Κυριακή των Απόκρεω και του Ματθαίου τα λόγια: τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; [...] και ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ [οἱ ἐξ εὐωνύμων] λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; Ούτε οι μεν, ούτε οι δε τον είχαν πάρει είδηση.

Ήταν Χαλκηδονιστής; Δεν ήταν; Ήταν ο Ευάγριος ή μήπως ήταν ο Όσιος Νείλος; Όποιος κι αν ήταν, γράφει: μακάριος εστί μοναχός, ο πάντας ανθρώπους ως Θεόν, μετά Θεόν λογιζόμενος. Αντί μοναχός, βάζεις και χριστιανός. Βάζεις και άνθρωπος. Ή δε βάζεις τίποτε.

Μακάριος που, μετά τον θεό, κάθε άνθρωπο θεό νομίζει.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...