Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Deux Chevaux

Ντε σεβό. Δύο άλογα, δηλαδή. Κι επειδή στα ελληνικά το άλογο είναι ζώον, το άλογο της εφορίας το λέμε ίππο. Εντάξει; Οπότε η σωστή μετάφραση για το deux chevaux είναι δύο ίπποι. Γιατί παραπάνω από δύο είναι τα άλογα του αυτοκινήτου. Η εφορία όμως σε χρεώνει δύο.


Σπουδαία εφεύρεση το ντε σεβό. Ο Πόλεμος μόλις έχει τελειώσει, οι δρόμοι είναι χωμάτινοι και λασπωμένοι κι ο κόσμος έχει ακόμη κάρα να πηγαίνει στα χωράφια του. Πώς θα ψηθεί κι ο χωριάτης να πάρει αμάξι; Κάθεσαι και φκιάνεις ένα αυτοκίνητο με ξεχωριστές δεξιότητες.

Πρώτα πρώτα να παίρνει τέσσερεις νοματαίους αντί δύο που παίρνουν τα κάρα. Μετά να μην έχει εκείνα τα μπερδεμένα, όχι ο κινητήρας, όχι το διαφορικό, όχι η μετάδοση. Τίποτε απ’ αυτά. Κινητήρας μπροστά και κίνηση κι αυτή μπροστά. Οι κινητήριοι τροχοί να είναι οι μπροστινοί, όχι οι πίσω. Και να ’ναι και αερόψυκτο. Μην έχει ο άλλος τον νου του έβαλες νερό, δεν έβαλες, πάει, θ’ ανάψει ο κινητήρας, ωχ ξεχάστηκα. Και να τρέχει κι όλας. Μιλάμε για ολόκληρα εξήντα χιλιόμετρα την ώρα. Ποιο άλογο πιάνει εξήντα, ε; Κανένα. Και να οδηγιέται εύκολα – μη θέλει να είσαι πιλότος. Να μπορεί να το πάει κι η γυναίκα, ρε παιδί μου, να κάνει καμιά δουλειά. Κι ο βοηθός, κι ο παραγιός.


Λοιπόν, και να παίρνει τουλάχιστον πενήντα κιλά να κουβαλήσει. Κάρο, λέμε. Αλλά να μην καίει πάνω από τρία λίτρα στα εκατό χιλιόμετρα, εντάξει; Πόσα η βενζίνη, τόσα το σανό. Συγκρίσιμα. Και να πηγαίνει στα χώματα και στις λάσπες. Ελαστικά ράντιαλ. Και μες το χωράφι να μπορεί να πάει. Καλά, μιλάμε δεν ξανάγινε. Με λινά που δένουν το ελαστικό κι απλώνονται ακτινωτά και πλέκονται γύρω από τη στεφάνη του τροχού. Κι αντέχουν όλα τα πάντα, κάθε σοκ και κραδασμό. Δεν είναι λάστιχο αυτό. Υψηλή ραπτική είναι.

Λοιπόν, και να έχει μεγάλη και ψηλή καμπίνα, να μπαίνεις σαν άθρωπος, να μη χρειάζεται να βγάλεις το καπέλο. Και ν’ ανοίγει αποπάνω, άμα θες, χραπ, μέχρι πίσω, ολόκληρος ο ουρανός, έφυγε ρε παιδί μου, και βρίσκεσαι στη φύση, όξω. Μιλάμε και το πίσω τζάμι, κι αυτό ακόμη ζελατίνα. Μέρος τής οροφής που μαζεύει. Κάνεις μια και μένεις ξέσκεπος τελείως. Κάρο λέμε.

Νόμισες τελειώσαμε; Χα! Δώσε βάση.

Τετράχρονος κινητήρας οριζόντιος. Ένας κύλινδρος από δω κι ένας από κει. Χαμηλά μπροστά, μεγάλη ευστάθεια, και τιμόνι με ειδικό μηχανισμό, με δόντια. Και χάλια να το κάνεις το μπροστινό σου, και να τρακάρεις —κούφια η ώρα—, ακόμη και τότε να μη σου ’ρχεται να σ’ εμβολίζει το τιμόνι, σαν κάτι άλλα αμάξια της πλάκας. Και ζώνες τριών σημείων να σε κρατάνε – καλά, αυτό δεν είναι ασφάλεια. Πανοπλία είναι.


Και να βγαίνουν τα φτερά, μπρος και πίσω. Αλλά και να μη βγαίναν, ανάρτηση σχεδιασμένη, ν’ αλλάζεις τροχό χωρίς να βγάζεις το φτερό και γίνεσαι μες τη μουντζούρα. Μεγαλείο. Και να ρυθμίζεις τα φώτα, ψηλά τα θες, χαμηλά να φωτίζουν – όπου θες. Και αποσπώμενες πόρτες. Και το τζάμι μη σούρνεται μέσα στην πόρτα και κολλάει και βρίζεις. Όχι. Flap-up. Κόλπο. Το κάτω μέρος αναδιπλώνει κι ανοίγει προς τα πάνω. Μια το ανοίγεις, μια το κλείνεις. Και πόρτα με πίσω τον μεντεσέ. Που ανοίγει αντίθετα, κατάλαβες; Εκεί που πας στο δρόμο, την ανοίγεις και πηδάς έξω – που λέει ο λόγος, μην το κάνεις, για να καταλάβεις το λέω.

Και το πιο σημαντικό. Κρατιέσαι; Κρατήσου. Πόσες ταχύτητες έχουν τ’ αυτοκίνητα; Τρεις. Σωστό. Τι θα ’λεγες εκεί που έχεις βάλει και την τρίτη σου και πας, να ’χες και μια όβερντράιβ; Μια τετάρτη κούκλα; Λουκούμι. Με το που θα πιάσεις τα πενήντα, τσουπ, καρφώνεις την τετάρτη σου κι αράζεις. Και πας βασιλιάς. Και σε κοιτάει η άλλη και λιώνει. Και πιάνετε κουβεντούλα. Να της εξηγήσεις, ρε παιδί μου, αυτές τις νέες τεχνολογίες.

Για πολλές χρήσεις, κατάλαβες; Όλα τα πάντα. Και κούκλα. Πρωτοποριακό ντιζάιν. Ναι, καλά άκουσες. Μπάουχάους. Το ’ξερες; Σχέδιο καλλιτεχνία. Όχι σαν κάτι άλλα, φρου φρου κι αρώματα – εδώ μιλάμε για εφαρμοσμένα πράματα. Η τέχνη στην υπηρεσία της χρήσης. Χρηστική αρτιστική. Μοντέρνα κόλπα. Η λογική του αύριο. Ο νέος κόσμος που ανατέλλει. Ο δικός μας κόσμος.

Ο κόσμος μας εσύ.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...