Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σταυρός

Ίσως το πρώτο πράμα που σχεδιάσαμε ποτέ. Έναν κύκλο. Και μετά εγγράψαμε πράματα μέσα σ αυτόν τον κύκλο. Έναν σταυρό, ας πούμε.

Μάνταλα. Κύκλος θα πει. Σανσκριτικά. मण्डल.  Βέβαια, τα σανσκριτικά είναι γλώσσα. Κι εμείς, σιγά μην περιμέναμε τη γλώσσα για να ζωγραφίσουμε έναν κύκλο. Αυτό δα έλειπε. Ούτε περιμέναμε τις λέξεις για να φτιάξουμε έναν σταυρό μέσα. Πρώτα τον ζωγραφίσαμε, κι ύστερα τη σκεφτήκαμε τη λέξη. Και πολύ αργότερα τη γράψαμε. Δεν περιμέναμε τον πολιτισμό για να υπάρξουμε. Αστεία πράματα. Υπήρχαμε εξ αρχής. Ο πολιτισμός κατέφθασε αργότερα καταϊδρωμένος.

Στο μεταξύ είπαμε *stā-. Στέκω. Ίστημι. Στερεώνω. Σταθεροποιώ. Πρωτοϊνδοϊρανικό stíštaHti και πρωτοϊνδοευρωπαϊκό stísteh₂ti. Λατινικά sistō. Σανσκριτικά तिष्ठति, tisthati. Συνεχίζω. Διαρκώ. Αβεστικά histaiti. Πέρσικα ـستان. Που διαβάζεται, σταν. Το μέρος που στέκεσαι. Και το ’χουμε και το τσοντάρουμε όπου χρειάζεται – Αφγανιστάν, Πακιστάν και δε συμμαζεύεται. Κι είπαμε στάση, είπαμε sistere, σταθεροποιούμαι, είπαμε statio, σταθμός, station, statau, στήνω, στοά, standan και stand και stehen, στέκομαι – και τι δεν είπαμε.

Και σύραμε κι εκείνο το *stā-, θεματική επαύξηση λέγεται αυτό που κάναμε, και το είπαμε *stāu- κι από κει είπαμε σταυρός. Έτσι το ονομάσαμε το παλούκι το σταθερό: ἀμφὶ δέ οἱ μεγάλην αὐλὴν ποίησαν ἄνακτι σταυροῖσιν πυκινοῖσι· και γύρω φτιάξαν μεγάλη αυλή για τον βασιλιά με πάσσαλους πυκνούς. (Ιλιάδα, Ω 452). Αμέ.

Και συνεχίσαμε να λέμε. Είπαμε απόσταση, μετάσταση, κατάσταση. Φτιάξαμε επιστήμη. Είπαμε Stuhl και стул (στουλ) το κάθισμα, станция (στάντσιγια) τον σταθμό, είπαμε стан (σταν), είπαμε στύλος, είπαμε στύση και στήμων, είπαμε station, στατήρ, ευσταθής – οπότε πάνω εκεί είπαμε και Ευστάθιος και είπαμε και Constantinus και Κωνσταντίνος, που όλα το ίδιο θα πουν: σταθερός. Κατάλαβες; Οπότε, να μη δει κι αυτός ένα όραμα ο καημένος;

– Ξυπνάτε, παιδιά!
– Μεγαλειότατε, ξέρετε τι ώρα είναι;
– Ξυπνάτε ρε που σας λέω.
– Πιάσαμε φωτιά, Μεγαλειότατε;
– Είδα όραμα, βρε!

Είχε δει λέει τον σταυρό ο Μεγαλειότατος. Εν τούτω νίκα. Και στο εξής ναν τον βάλουμε όλοι στις ασπίδες και στα λάβαρα, γιατί μαύρο φίδι που μας έφαγε. Ο σταυρός θα σώσει την Αυτοκρατορία μας, αλήτες.

Εντάξει. Δεν ήμασταν πια όπως παλιά που πρώτα ζωγραφίζαμε τον σταυρό κι ύστερα βρίσκαμε τη λέξη. Τώρα ο πολιτισμός ήταν προχωρημένος. Είχε γεννηθεί η απόσταση ανάμεσα στο σύμβολο και την ενέργεια. Όμως ακόμη την ακούγαμε. Καταλαβαίναμε τι έπαιζε. Το όνειρο είχε ακόμη σάρκα. Τώρα παλούκι —σταυρό, δηλαδή— λέγαμε τα δυο ξύλα τα βαλμένα καθέτως το ’να με τ’ άλλο. Και πια αυτός δεν ήταν σαν τον σταυρό της πρόσθεσης, σαν το συν, όπως πρώτα. Τώρα τα πράγματα είχαν γίνει πιο πνευματικά. Πιο ψηλόλιγνα. Το οριζόντιο ξύλο δε διασταυρωνόταν πια με το κάθετο στο κέντρο. Ήταν πιο ψηλά. Ο σταυρός εξέφραζε υψηλότερα νοήματα. Είχε γίνει επιμήκης, δηλαδή επουράνιος. Χριστιανικός. Εν υψίστοις.

Κι έκτοτε τον κρατήσαμε τον σταυρό, αν και κατά καιρούς αναρωτιόμαστε αν στ’ αλήθεια τον είχε δει στον ύπνο του ο μπαγάσας, ή μας δούλεψε όλους ψιλό γαζί. Ναι, τέτοια σκεφτόμαστε. Λες κι είναι αυτό που έχει σημασία. Αν είδε ή δεν είδε το όραμα. Αυτό μας μάρανε; Ή που ήμασταν έτοιμοι να απορροφήσουμε το μαντάτο; Αφού τον είχαμε βρε τον σταυρό εντός. Ήταν δικός μας. Εφεύρεση δική του ήταν; Αυτός απλώς έκλεισε το κύκλωμα. Μας συνέδεσε. Αυτό είναι που μάς χαλάει;

Άλλο να μας χαλάει, φίλε μου. Ότι πια έχουμε φτιάξει τόσον πολιτισμό που μ’ εκείνα τ’ άλλα δεν επικοινωνούμε πια. Όλα τα ξέρουμε κι όλα τα ξεραινόμαστε, αλλά εκείνα μάς είναι πια ξένα. Έχουμε βρει τις λέξεις, κάψαμε τις μάγισσες και χάσαμε τα πνεύματα. Είναι τόσο ηχηρό αυτό που φτιάξαμε, που εκείνο το άλλο μας σκιάζεται και σιωπά. Και συσσωρεύεται και κατά καιρούς εκρήγνυται και τρέχουμε στους ψυχιάτρους να μας τα κάνουν λιανά, και άκρη δε βρίσκουμε.

Αυτό να μας χαλάει, φίλε. Να το κοιτάξουμε αυτό, σε παρακαλώ. Να το δούμε. Δεν είν’ αστείο.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...