Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Supernovæ

Εδώ ο κόσμος χάνεται.

Κι αυτός σηκώνεται και πάει στο Βατοπαίδι. Τι αξιώματα του τάξανε, τι τιμές. Αμάν παιδί μου. Τίποτα αυτός. Εκεί. Στο Βατοπαίδι. Να πάει να μονάσει. Να ησυχάσει.

Κωνσταντινουπολίτης, γέννημα θρέμμα. Ο μπαμπάς του, ο Κωνσταντίνος με τ’ όνομα, ο συγκλητικός, και η μαμά του η κυρά Καλλονή, είχαν έλθει από πού αλλού – από τη Μικρασία. Πώς να μείνεις πια εκεί. Οι Τούρκοι προέλαυναν κι έκαναν ζημιές, κακό, κι αιχμαλώτιζαν κόσμο. Τα μέρη αυτά ήταν πια χαμένα για τους Ρωμαίους.

Μια και δυο σηκωθήκαν κι ήρθαν στην Πρωτεύουσα. Είχε προηγηθεί η καταστροφή. Η Άλωση από τους Φράγκους το 1204. Και το 1261 η ανάκτηση από τους Νικαιώτες. Τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο και τον στρατηγό του, τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο. Και τώρα, το 1296 που γεννήθηκε ο δικός μας, μόλις είχαν τελειώσει οι Σταυροφορίες. Οι Ιωαννίτες, οι Ιππότες τού Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, έχουν αράξει προσωρινά στην Κύπρο. Κι ο γιός τού Μιχαήλ Η΄, ο Ανδρόνικος Β΄, είναι Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.

Κι ο μπαμπάς τού δικού μας έχει αναλάβει την εκπαίδευση τού Ανδρόνικου Γ΄, του εγγονού τού Αυτοκράτορα. Και πεθαίνει. Μάλιστα. Όταν ο Γρηγόριος —γιατί αυτός είναι ο δικός μας, για τον Γρηγόριο Παλαμά ο λόγος— όταν ο Γρηγόριος είναι μόλις επτά. Θρήνος, κακό, στενοχώρια. Καθαρίζω εγώ, είπε ο Αυτοκράτωρ. Έτσι κι έγινε. Ανέλαβε προσωπικώς. Στείλ’ τον για Προπαίδεια.

Ξεκινούσες γύρω στα επτά σου. Γύρω στα τρία χρόνια. Να μάθεις να γράφεις και να διαβάζεις. Την αλφαβήτα, απέξω κι ανακατωτά. Πρώτα, δηλαδή, Α, Β, Γ, μετά ανάποδα, Ω, Ψ, Χ, κι ύστερα ανακατωτά. Α, Ω, Β, Ψ, Γ, Χ, και λοιπά. Με τον Γραμματιστή. Μπας και μάθεις να ξεστραβώνεσαι. Κι ύστερα πήγαινες για Εγκύκλιο Παιδεία. Κάνα τεσσάρι χρόνια. Με τον Γραμματικό, αυτή τη φορά. Δος του τρίβιουμ και δος του κουατρίβιουμ. Γραμματική, φιλοσοφία και ρητορική, δηλαδή. Και μουσική, αριθμητική, αστρονομία και γεωμετρία. Ημετέρα παιδεία. Και Ιλιάδα. Κι Επτά επί Θήβαις. Και Προμηθέας Δεσμώτης. Και Πέρσες. Οιδίπους. Εκάβη. Βάτραχοι. Νεφέλες. Πίνδαρος, Δημοσθένης, Αισχίνης, Ξενοφώντας, Ψαλμοί του Δαυίδ, Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Ευκλείδης, Πτολεμαίος, αλλά και Άραβες και Πέρσες αστρονόμοι. Και Λατίνοι κι Εβραίοι. Και τα έργα του Θεόδωρου του Μετοχίτη. Μεγάλη μηχανή εκείνο το κράτος. Θηρίο. Ήθελε κόσμο καλό και μορφωμένο για να λειτουργήσει.

Ο Γρηγόριος μορφώθηκε και με το παραπάνω. Κι είχε κι έρωτα, βρε παιδί μου – τα ’παιρνε τα γράμματα κι ήταν και ταλαντούχος. Στα δεκαεφτά του τον βάλαν να συντάξει πραγματεία περί του Αριστοτέλη. Και να την εκφωνήσει. Παρόντες η αφρόκρεμα – ο Αυτοκράτωρ αυτοπροσώπως και ο πολύς ο Δάσκαλος. Ο Μετοχίτης. Να ’χε τρακ ο μικρός; Ποιος ξέρει. Θα ’χε, δε θα ’χε; Αλλά φαίνεται ότι έσκισε, αφού η ιστορία αυτή έφτασε ώς εμάς.

Μεγάλη μηχανή λέγαμε εκείνη η Δημόσια Διοίκηση κι ο Ανδρόνικος ποντάριζε στον μικρόν. Αλλ’ αυτός την είχε δει αλλιώς.

– Θα πάω να ησυχάσω.
– Από τι να ησυχάσεις, βρε πουλάκι μου, τι σε κυνηγάει, παιδί πράμα;
– Θέλω να μονάσω, θείε.
– Στάσου βρε παιδί μου να σε καλοπαντρέψουμε, ό,τι θες, στα πόδια σου θαν το ’χεις.
– Όχι, θείε, θα πάω στο Άγιον Όρος.

Μπα σε καλό σου. Σηκώθηκε, πήγε. Βρήκε τον Άγιον άνθρωπο, τον Νικόδημο. Κατά κόσμον Νικηφόρο. Εντυπωσιάστηκε ο μικρός. Τούτω τοίνυν καλῶς ὁ καλὸς ἐκεῖ Γρηγόριος προσελθών αὐτοῦ ποὺ σκηνουμένω καθ’ ἡσυχίαν καὶ κείρεται παρ’ αὐτοῦ καὶ πρὸς ὑποταγὴν ἑαυτὸν τελείαν ἐκδίδωσιν. Να σου κάνω υποταγή, Γέροντα. Και τον δέχτηκε ο παππούλης. Κι έμεινε κοντά του τρία χρόνια. 1319 ώς 1322. Ώς τα εικοσιέξη του χρόνια, που κοιμήθηκε ο Γέροντάς του. Έτσι μας τα λέει ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος.

Οπότε σκάει μύτη ο Βαρλαάμ. Ιταλιώτης. Κατά κόσμον Bernardo Massari. Από την Καλαβρία. Έλληνας, λένε. Ικανός αστρονόμος – είχε υπολογίσει τις εκλείψεις του 1333 και του 1337. Γερός θεολόγος και φιλόσοφος. Αλλά και κομμάτι εξυπνάκιας και παλιόγλωσσα. Είχε ήδη καταφέρει να τσαμπουκαλευτεί με βυζαντινούς λογίους για διάφορα ζητήματα. Σχολαστικός, εννοείται. Δυτικό μυαλό. Πήγε και βρήκε κάτι Θεσσαλονικιούς, ψώνια, που υποστήριζαν ότι καρφώνοντας το μάτι στον αφαλό, έφθαναν να δουν το Θείο. Και τους έκανε ρόμπα. Ποιος Ησυχασμός και σαχλαμάρες, ρε. Αιρετικοί! Παγανιστές! Σιγά μη δείτε το Άκτιστον Φως, που μου καθόστε και κοιτάτε τον αφαλό σας. Αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει τον Θεό. Ειδωλολάτρες. Ούφο.

Πανικός στο Άγιον Όρος και γενικώς στην Αυτοκρατορία. Διότι τα θρησκευτικά ήσαν κρατικά ζητήματα. Ζωτικά θέματα. Τρέξαν στον Γρηγόριο τον Παλαμά. Που ήξερε ελληνική φιλοσοφία και Αριστοτέλη. Και ρητορική και διαλεκτική. Και δε μασούσε. Τον έπιασε τον Βαρλαάμ και τον έσφαξε με το βαμπάκι.

– Μη σκάτε, σινιόρε, θα σκίσετε κάνα καλσόν. Δεν βλέπουν τον Θεό οι χριστιανοί. Το φως Του βλέπουν. Άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Βλέπουν την Ενέργεια του Θεού. Όχι τον ίδιο. Όχι την Ουσία του. Μάλιστα, ομφαλοσκοπώντας. Γιατί; Έχετε κάνα πρόβλημα με τη μέθοδο; Αν αυτούς τους βγαίνει, ως βοήθημα περισυλλογής, εσάς τι σας χαλάει;

Καινοφανή πράματα για τους Σχολαστικούς. Τι λες ρε φίλε; Άλλο ο Θεός, κι άλλο οι ενέργειές Του; Άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο; Θες να μας τρελάνεις;

Ναι, αλλά τους τρέλανε όμως. Γιατί ο Παλαμάς ήταν προσωπικότητα πολλά καντάρια. Έπιασε κι έγραψε τις Τριάδες ὑπὲρ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόντων. Και τον υποστήριξε κι ο Ιωάννης ΣΤ΄ ο Καντακουζηνός. Και γίνηκε και Σύνοδος, το 1341, που δογμάτισε για την άκτιστη Ουσία και την άκτιστη Ενέργεια του Θεού, παρακαλώ. Αιρετικοί ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός και οι συν αυτώ, ο Γρηγόριος Ακίνδυνος και ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Μάλιστα. Άλλη μια αιτία να γίνουν μπίλιες Ανατολικοί και Δυτικοί.

Δυσθεώρητα ύψη του πνεύματος. Ήταν οι τελευταίες δεκαετίες τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Δυτική είχε πάρει τον δικό της δρόμο. Έτσι που είχαν έρθει τα πράματα, η Ανατολική ίσως να της ήταν και βάρος. 

Ήδη το 1054, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της Αυτοκράτειρας Ζωής, κι ενώ οι Δούκες λύνουν και δένουν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Μακμπέθ ηττάται από τον Μάλκολμ Γ΄ της Σκοτίας, οι Κινέζοι καταγράφουν για πρώτη φορά τον υπερκαινοφανή στον Καρκίνο. Την έκρηξη τής 4ης Ιουλίου. Τότε ήταν ορατός με γυμνό μάτι ακόμη και την ημέρα, για καμιά εικοσαριά μέρες, και κατόπιν για άλλα δύο χρόνια δέσποζε στον νυκτερινό ουρανό. Πιο λαμπρός από την Αφροδίτη.

Οι υπερκαινοφανείς ή σουπερνόβε (supernovæ) είναι εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα. Εκρήξεις άστρων. Πλάσμα. Τεραστίων διαστάσεων. Τότε νομίζαν ότι είναι νέα άστρα, και γι’ αυτό τα λέγαν novæ. Αλλά δεν είναι. Είναι αστέρες που καταρρέουν κάτω από την πίεση της ίδιας της βαρύτητάς τους. Θερμοπυρηνική έκρηξη από κατάρρευση. Ο θάνατος του αστεριού θα πάρει άλλα δέκα ώς είκοσι εκατομμύρια έτη.

Έκρηξη λαμπρότητος. Συμβαίνει κάθε τρεις και λίγο κάπου στο Σύμπαν.





Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...