Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πολλοί









Πολλοί μαζεμένοι. Πάνω από εκατό. Και λαλούν όλοι μαζί. Ταυτόχρονα. Γι’ αυτό μαζεύονται. Για να λαλούν – με φωνές, με όργανα, ό,τι συνδυασμό μπορείς να φανταστείς.

Όμως εκείνο που δε μπορείς να φανταστείς είναι ότι λαλούν με σχέδιο! Ναι, φίλε μου. Κάποιος έχει κάτσει κι έχει σχεδιάσει ακριβώς ποια στιγμή θα λαλήσει ο καθένας και η καθεμιά. Και ακριβώς πώς θα λαλήσει. Ψηλά, χαμηλά, δυνατά, σιγανά, ίσια, στραβά, ανάποδα, ό,τι τρόπο αγαπάς.

Το ’χουνε συμφωνημένο, φίλε μου. Το ’χουν συνεννοηθεί. Όλο αυτό που βλέπεις έχουν πρώτα κάτσει μόνοι τους και το έχουν κάνει δοκιμή. Ξανά και ξανά. Να λαλήσουν σωστά τη σωστή στιγμή. Ασύλληπτα πράματα. Κι όταν μαζευτούν όλοι μαζί κι έρθει η στιγμή η σωστή, είναι κι ένας που κάνει τον τροχονόμο και βαστάει κουμάντο, και τονε κοιτάνε, και συγχρονίζονται άπαντες και άπασες —καλά κατάλαβες, είναι δύο διαφορετικά φύλα, αρσενικά και θηλυκά, ας το πούμε έτσι— άπαντες και άπασες, λοιπόν, συγχρονίζονται, και λένε το σωστό, ό,τι είναι να ειπωθεί, στη σωστή ώρα.

Ασύλληπτο; Ασύλληπτο, φίλε μου. Κι όχι μόνο αυτό. Αλλά για να το κάνουν αυτό, δηλαδή για να μπορέσουν να κάνουν τις δοκιμές μόνοι τους ώστε όταν βρεθούν όλοι μαζί να είναι σε θέση να το κάνουν σωστά, για να το κάνουν αυτό, πάνε σα σε σχολείο, ρε συ! Πολύν καιρό! Ο λιγότερος απ’ αυτούς που βλέπεις έχει περάσει τουλάχιστον ένα τέταρτο της παραγωγικής ζωής του, αφού δηλαδή ενηλικιωθεί και πριν γεράσει, το ’χει περάσει σε τέτοιο σχολείο. Κι εξακολουθεί να μαθαίνει – αυτό είναι που δε σου είπα: κάθε φορά που μαζεύονται, διαφορετικά πράματα κάνουν.

Αχαχαχα, το ξέρω, σ’ έχω τρελάνει. Άλλοι μαζεύονται κάθε φορά, φίλε μου, και άλλα λένε. Δεν είναι δηλαδή ότι εντάξει, το ’μαθες, αυτό θα λες. Όοοοχι. Κάθε φορά λες άλλο και με άλλους γύρω σου. Άλλο σχέδιο. Άλλη κατάστρωση. Άλλα πράματα. Δως του πάλι από την αρχή να κάτσουν μόνοι τους να τα δοκιμάσουν και δως του να ξαναβρεθούν όλοι μαζί να τα πουν. Αυτή είναι και μια απ’ τις μαγκιές τους: πόσο γρήγορα είναι σε θέση ο καθένας τους να μάθει κάθε καινούριο σχέδιο και να το πει και κατά πώς πρέπει.

Εννοείται – καλά το υποθέτεις: φυσικά κι έχουν μέθοδο και τα καταγράφουν, αυτό έλειπε, με σήματα – αποτυπώνουν τι πρέπει να πουν, πώς να σου πω, είναι αποκρυσταλλωμένο, ας το πούμε, έχουν τις μεθόδους τους, είναι ζωγραφισμένο κάθε φορά, και παν και τα λένε. Όχι. Σε τίποτα δε μοιάζει – αν βάλεις το ’να δίπλα στ’ άλλο, καμία σχέση τα σήματα. Ναι, είναι οπτικά. Γραφή, πες το. Αλλά άλλοι συνδυασμοί τη μια φορά, άλλοι την άλλη. Άλλο αποτέλεσμα. Αν δηλαδή τ’ ακούσεις και συγκρίνεις, καμία σχέση. 

Φυσικά και θέλουν. Εννοείται! Φυσικά και θέλουν και τα κάνουν. Αμ πώς ρε, με το ζόρι; Και να σου πω και κάτι; Όχι μόνο θέλουν. Αλλά αν δεν τα κάνουν, μαραζώνουν. Ναι, ρε φίλε! Αρρωσταίνουν. Αν δεν το κάνουν αυτό το πράμα να πάνε να τα μάθουν κι ύστερα να λαλήσουν όλοι μαζί τα κανονισμένα πράματα την κανονισμένη στιγμή, αν δεν το κάνουν τούς χαλάει. Μαραίνονται. Χάνουν τη λάμψη τους και πάει. Αφού μερικοί απ’ αυτούς τρέχουν και παρακαλάνε, κι ας μην είναι το καλύτερό τους, κι ας μην μπορούν να ζήσουν απ’ αυτό. Ναι, ανταλλακτική κοινωνία. Κάποιοι πληρώνονται γι’ αυτό. Κάποιοι παρακαλάνε να πληρωθούν. Και κάποιοι παρακαλάνε να το κάνουν, κι ας μην πληρωθούν. Ναι, φίλε μου.

Εντάξει. Είναι περίπλοκο. Μέχρι και με την αναπαραγωγή τους σχετίζεται εν τέλει – όπως σου είπα είναι δύο φύλα και, καταλαβαίνεις, κάπως στην ευχή πρέπει να ειδοποιούν οι μεν τους δε. Αλλά πρώτον δεν είναι το μόνο που κάνουν για να ζευγαρώνουν, ούτε το απλούστερο, και δεύτερον αυτό ειδικά δεν το κάνουν μόνο για να τραβάν τα ταίρια τους – είναι εξαιρετικά περίπλοκο και το μελετάμε ακόμη. Το σίγουρο είναι ότι το κάνουν με λαχτάρα. Με ενθουσιασμό. Με ικεσία. Σαν λειτουργία. Δονούνται! Δε φαντάζεσαι πώς! Μπράβο, πολύ σωστά υποθέτεις, σχετίζεται και με το πώς φτιάχνουν θεούς. Και θα σου δώσω κι ένα χιντ: έτσι πολεμάνε κι όλας μεταξύ τους. Όλοι μαζί και με σχέδιο. Αλλά μη μπούμε τώρα σ’ αυτά τα θέματα, δεν είναι της παρούσης.

Όμως ναι, αυτό εδώ που βλέπεις, παρακαλάνε να το κάνουν. Όπως και τα περισσότερα που κάνουν. Παρακαλάνε. Όλο τους το είναι παρακαλάει. Γιατί αλλιώς, αν δεν το κάνουν, και μάλιστα έτσι όπως το κάνουν, δε θες να ξέρεις τι τους περιμένει.

Ούτε που θες να ξέρεις, φίλε μου.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...