Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Παντόφλα

Εντάξει, σήμερα πού να το σκεφτείς. Παίρνεις τη γέφυρα, Χαρίλαος Τρικούπης, και με μιας βρίσκεσαι απέναντι. Τσουπ. Ευρουλάκια δεκατρία κι εβδομήντα. Πολλά ξεπολλά, άμα δε σ’ αρέσει, περιμένεις να βρεις καμιά παντόφλα να περάσεις. Άστον τον Χαρίλαο Τρικούπη να κουρεύεται.

Πας και βρίσκεις λοιπόν παντόφλα. Πορθμείον. Έχει; Πώς δεν έχει. Ανά εικοσάλεπτο. Λιμενικόν τμήμα, τηλέφωνο 2610991203. Παίρνεις και ρωτάς, να ’σαι σίγουρος. Έξι και πενήντα τα ευρουλάκια. Δε μπορείς να πεις. Μισή τιμή. Και ονόματα κούκλα. Kaptan Stavros, Pantanassa, Kanaris, Nikolaos A, Zeus, Theotokos, Panagia Paravouniotissa – δεν παιζόμαστε. Ωραία, καθαρά και άνετα. Όχι σαν κάποτε που η παντόφλα ήταν γεμάτη φορτηγά και σανά και γίδια.

Από την Ερέτρια η Παναγία η Παραβουνιώτισσα. Την Κυριακή του Θωμά η περιφορά της εικόνας. Μικρασιάτες πρόσφυγες. Φέραν την εικόνα που ζωγραφίστηκε λέει επί Ηρακλείου, τον 7ο αιώνα. Αλλά μη χαθούμε με το Ευβοΐτικο καράβι. Άστο αυτό γι’ αργότερα.

Ας μείνουμε στο Μολύκριον Ρίον. Το Αντίρριο της Αιτωλοακαρνανίας. Από τη διπλανή αρχαία Μολύκρεια. Με Βενετσιάνικο κάστρο τον Μεσαίωνα. Και στον παραθαλάσσιο οικισμό τού Δήμου Πατρέων, το Ρίον. Στην αρχαιότητα εκεί γινόσαντε τα Ρίεια. Κι ύστερα οι Οθωμανοί χτίσαν το φρούριο. Αμ δεν έχει τελειωμό. Ό,τι πέτρα σηκώσεις, άλλη βρίσκεις από κάτω. Θα χαθούμε – δε γλιτώνουμε.

Αυτή η η Παναγία η Παραβουνιώτισσα, έλεγα. Μου θύμισε την Eugenia P. Καμία σχέση, Παναγιά και Ευγενία, αλλά πιο πριν η Ευγενία Π. λεγόταν Σωκράτης Ιασεμίδης. Ναι, ρε, μη γελάς. Σωκράτης Ιασεμίδης. Όνομα για παντόφλα, ε; Ναι, αλλά τότε που μπήκε σε υπηρεσία η παντόφλα ήταν μετά τον πόλεμο. Κι ο Ιασεμίδης ήταν ο εμπνευστής των γεωργικών συνεταιρισμών πριν τον πόλεμο, το πιάνεις;

Σχέδιον νόμου για τις συνεταιριστικές οργανώσεις. Θεσμοθέτηση των συνεταιρισμών, νόμος 602/1914 επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου και με εισηγητή τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Ανδρέα Μιχαλακόπουλο. Αυτόν που είχε βιβλιοθήκη με 30.000 βιβλία και που τώρα είναι δρόμος πάνω στην κοίτη του Ιλισού, από Σπύρου Μερκούρη, του Δήμαρχου, που ανεβαίνει ώς τη Φειδιππίδου, του Δρομέα. Αχ, θα χαθούμε, το βλέπω.

Ο Σωκράτης Ιασεμίδης. Σύμβουλος του Μιχαλακόπουλου. Καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής Αθηνών. Σοφός. Γερμανοσπουδαγμένος. Αυτός τον συνέταξε τον νόμο 602/1914, κι αυτός ανέλαβε να υλοποιήσει, και να καθοδηγήσει, και να δώσει πνοή και μέλλον στους συνεταιρισμούς. Και να τους διαδώσει παντού στη χώρα. Κι όταν φτιάχτηκε η ΚΥΔΕΠ – τη θυμάσαι βρε την ΚΥΔΕΠ, ε; Κυβερνητική Υπηρεσία Διακινήσεως Εγχωρίων Προϊόντων!

Ε, ρε τι θυμηθήκαμε! Όταν φτιάχτηκε, που λες, η ΚΥΔΕΠ, το ναύλωσε αυτή το πλοίο στη γραμμή Ρίο - Αντίρριο. Με πρώτο καπετάνιο τον Κυριάκο Τσάγκαρη. Και πολύ αργότερα ονομάστηκε Ευγενία Π. το πλοίο. Μετά το 1982, μετά που χρεοκόπησε η ΚΥΔΕΠ. Μέχρι τότε, ο Σωκράτης Ιασεμίδης, έτσι λεγόταν, πηγαινοερχόταν Ρίο - Αντίρριο, φορτηγά, σανά, γίδια – παντόφλα, μιλάμε. Και τρέχαν οι μανάδες να προλάβουν τα μωρά που τα ’πιανε η θάλασσα και ξερνούσαν – από δω τα φαγιά από κει τα ξερατά του μωρού και της αλληνής να της παίρνει ο αέρας τα μαλλιά, τη μαντήλα, και πώς να το κουμαντάρει και το μωρό, και να βαστάει και τη φούστα που κι αυτήν την έπαιρνε ο αέρας ο λυσασμένος.

Παντόφλα. Την είχε παραχωρήσει το Βρετανικό Ναυτικό στη συμμαχική Ελλάδα, HMS LCT αριθμός τάδε, έτσι λεγόταν. Her Majesty’s Ship Landing Craft Tank νούμερο τάδε, δώδεκα αποβατικά παντόφλες που τα δώσαν οι Βρετανοί μπας και πάρει μπρος η ελληνική οικονομία.

Παντόφλα που είχε πάρει μέρος στην Απόβαση. Να κουνάει το ρημάδι, από την Αγγλία και την Ουαλία, να περάσεις τη Μάγχη, αυτά δεν έχουν και καρίνα, κουνάνε ακατάσχετα, να βγεις στη Γιούτα και στην Όμαχα.

Ανυπόφορο το παλιοκάραβο. Να μη βλέπεις την ώρα να βγεις στην ακτή, να γλιτώσεις το ξερατό και τον τρόμο.

Δεν πα να θερίζουν τα πολυβόλα.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...