Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γιρλάντα

Έχουν μια γιρλάντα αναμμένη στα καράβια τα μεγάλα, στα φέρι, που παίρνουν κόσμο πολύ κι αυτοκίνητα και φορτηγά. Τα θηρία. Που ξεκινάν βραδάκι από τον Πειραιά και παν στα νησιά τα μακρινά.

Ας την πούμε γιρλάντα – είναι η σωστή λέξη; Ίσως. Μια σειρά από λάμπες αναμμένες. Μακριά σειρά. Ξεκινά απ’ την πλώρη, ανεβαίνει μέχρι την γέφυρα εμπρός με το τιμόνι και τους αξιωματικούς, και υπερίπταται. Περνά πάνω απ’ όλα κι έρχεται μέχρι τη μέση του καραβιού, ή και πιο πίσω, εκεί που είναι τα φουγάρα. Ψηλά.

Κι από κει αρχίζει και κατηφορίζει με τις λάμπες της τις αναμμένες ώς τέρμα πίσω, ώς την πρύμνη, ώς τον ιστό που βρίσκεται εκεί με τη σημαία τής εταιρείας.

Μια γιρλάντα που διατρέχει όλο το καράβι, πλώρη ώς πρύμνη, με λαμπίτσες όμορφες, να κρέμονται ανά ίσα διαστήματα, ζωηρές, ενίοτε πολύχρωμες. Μια ραχοκοκαλιά αστέρια, από μπρος ώς πίσω στο καράβι.

Που λες, και καθώς διέρχεται το πλοίο από τις δυο τις ήμερες συμπληγάδες που το περιμένουν με τους φάρους τους, καθώς διέρχεται αργά να βγει απ’ τον λιμένα να ξεκινήσει το ταξίδι του, η γιρλάντα πάντοτε σβήνει.

Είναι καθώς ακούγονται οι τελευταίες ηχογραφημένες οδηγίες. Τι παρακαλούνται οι επιβάτες να κάνουν και τι να μην κάνουν. Και τι να προσέχουν. Και πώς το πλήρωμα είναι στη διάθεσή τους για ό,τι χρειαστεί. Και ποια είναι η θέση του καθενός και ποιοι οι κανόνες. Και καλό ταξίδι.

Φωνή ήρεμη, γυναικεία, που αντηχεί σε κάθε γωνιά στο καράβι. Στ’ αμπάρια, στις καμπίνες, στα γκαράζ, στα εστιατόρια, στα καταστρώματα, παντού. Ψυχή ζώσα να μην είναι πάνω στο πλοίο, η φωνή θα παίζει κανονικά.

Εκείνη λοιπόν τη στιγμή  καθώς το καράβι διέρχεται από την έξοδο του λιμένα και η φωνή φροντίζει τα πάντα, εκείνη τη στιγμή σβήνει και η γιρλάντα.

Γιατί το καράβι απεκδύεται πια τα στολίδια του. Χρειάζεται να μπει χωρίς αυτά στη θάλασσά του. Από δω και μπρος τα πράματα θα είναι αλλιώς. Άλλη δουλειά είναι τώρα να γίνει.

Καθώς διέρχεται από τις φίλιες συμπληγάδες, το καράβι αλλάζει σκοπό.




Σχόλια

  1. Ανώνυμος14/6/22 21:36

    Από μικρές τέτοιες στιγμές είναι φτιαγμένη η ζωή μας. Αυτή είναι μια από τις όμορφες στιγμές...και χρειάζεται κάποιος με ευαισθησία να τις καρφώσει στη μνήμη μας για να τις πάρουμε μαζί μας στο υπόλοιπο ταξίδι μας....

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...