Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αντωνίνος

Ἀνθέος τοῦ Νομίονος ἐγένετο παῖς Αἰγυπιός, λέει ο μύθος. Ωραία. Ὤκει δὲ παρὰ τὴν ἐσχατιὰν τῆς Θεσσαλίας. Τόσο μακριά! Και τον ἐφίλησαν θεοὶ ὁσιότητος ἕνεκα – φαντάσου τι παιδί μάλαμα μιλάμε. Και περνούσαν καλά και κανέναν δεν πειράζαν και κανείς δεν τους πείραζε. Έλα όμως που μαλάματα ξεμαλάματα, τα παιδιά, παιδιά είναι και μάτια έχουν και κοιτάνε. Είδε αυτός την Τιμάνδρη και ζαλίστηκε.

– Τι είναι αυτή, ρε παιδιά;
– Δεν είναι για τα σένα τέτοια φρούτα.
– Μπα; Γιατί; Στο πηγάδι εγώ;
– Είναι χήρα η έμορφη, φίλε. Κι έχει και γιο στην ηλικία σου. Μην ψάχνεσαι.

Λένε έτσι στα παιδιά; Μην ψάχνεσαι; Σα να του λες, ψάξου. Πολύ θέλει;


Ἐμίγνυτο φοιτῶν εἰς τὰ ἐκείνης οἰκεῖα, ο φίλος. Και καλημέρα κυρία, και καλώς το παιδί, αχ τι όμορφη που είστε πάλι, κυρία, άντε βρε από κει, παλιόπαιδο – πολύ ήθελε; Καθόλου δεν ήθελε. Ζάχαρες, μέλια και καλούδια, και όλα καλά, αλλά στράβωσε το πράμα. Διότι πρὸς τοῦτο Νεόφρων ὁ παῖς τῆς Τιμάνδρης χαλεπῶς εἶχε. Κάνε ρε παρακεί απ’ τη μάνα μου – τίποτα ο άλλος. Ρε πάνε ρε παραπέρα που σου λένε, με το καλό, δεν καταλαβαίνεις; Μπα. Σιγά που θα καταλάβαινε.

Μπα είπες; Τώρα σε σιάζω εγώ. Σηκώνεται ο Νεόφρων, έτσι εσύ με τη μάνα μου; τώρα να δεις εγώ με τη δική σου. Και δοὺς πλεῖστα δῶρα, καὶ ἀναπείσας Βουλίδα τὴν Αἰγυπιοῦ μητέρα, καὶ ἀγαγὼν εἰς τὰ οἰκεῖα εὐνάζεται σὺν αὐτῆ. Μάλιστα. Και δεν έφτασε αυτό. Τζαναμπέτης ο Νεόφρων. Παραφύλαξε. Κι ένα βράδυ που πήγε ο Αιγυπιός κάτι ζαχαρωτά στη δικιά του τη μαμά, τού Νεόφρονος, αυτός ο αλήτης τις έκανε τράμπα τις μαμάδες. Ναι! Μες το σκοτάδι και την καταχνιά και το πάθος, του έβαλε του Αιγυπιού τη Βουλίδα στο κρεβάτι. Τη δικιά του τη μάνα! Ζάλη, κακό, και Αἰγυπιὸς [...] μίγνυται τῆ μητρὶ, δοκῶν εἶναι Τιμάνδρην!

Ατιμία.

Κι αφού τον πήρε ο ύπνος τον Αιγυπιό —κατά τα ειωθότα— γυρνάει η μάνα του και ἔγνω τὸν παῖδα τὸν ἑαυτῆς και φρικάρισε. Καὶ ἀναλαβοῦσα ξίφος, χίμηξε να του βγάλει τα μάτια και να σφαχτεί, να μην την δει το φως της μέρας. Βάρεσε συναγερμός, ίου ίου, πλακώσαν οι θεοί. Τρέχει ο Απόλλων και τον σκουντάει τον Αιγυπιό.

– Ξύπνα, χαμένε.

Πετιέται ο Αιγυπιός, παίρνει είδηση τι παίχτηκε, και τον πιάνει αμόκ. Να τους σκοτώσει όλους και να σκοτωθεί. Νέος συναγερμός. Ζευς αυτοπροσώπως.

– Δεν είναι μια στιγμή να γυρίσω να κοιτάξω αλλού, έτσι;

Και πιάνει και τους κάνει πουλιά. Παφ! Αἰγυπιὸς μὲν καὶ Νεόφρων, αἰγυπιοὶ γίναν και οι δύο. Aegypius monachus. Ο μαυρόγυπας. Χωρίς υποείδη. Μονοτυπικό. Έτσι τα λεν τα πουλιά αυτά οι πουλολόγοι. Ότι δηλαδή δεν έχουν άλλους τύπους – είναι μοναχά τους στην κατηγορία τους. Αλλά monachus δε λέγεται γι’ αυτό. Είναι γιατί σαν να φοράει σκουφί. Σαν καπουτσίνος.

Κι η έρμη η Βουλὶς ἐγένετο πῶϋγξ. Ναι. Δεν είναι τυπογραφικό. Εντάξει, δε χρειάζονται τα διαλυτικά, αλλά εκείνον τον καιρό, το 1676, που τύπωνε το βιβλίο ο τυπογράφος στο Λούγκτουνουμ Μπαταβόρουμ, o Daniel van Gaesbeeck, έτσι το έφτιαξε: αριστερή σελίδα λατινικά, δεξιά ελληνικά, και διαλυτικά στο πῶϋγξ, πώϋγγος. Κι έτσι το ’χει και τού Σουίδα – με διαλυτικά. Λένε ότι ίσως είναι ο ερωδιός. Το πουλί που τρώει τα μάτια των άλλων πουλιών και των ψαριών. Αφού το ’βαλε αμέτι μουχαμέτι να του βγάλει του παιδιού τα μάτια η Βουλίς, αὐτῆ τροφὴν ἔδωκεν ὁ Ζεύς, μηδὲν ἐκ γῆς φυόμενον, ἀλλὰ ἐσθίειν ὀφθαλμοὺς ἰχθύος ἢ ὄρνιθος, ἢ ὄφεως.

Και την Τιμάνδρη την έκανε αιγίθαλο. Aegithalos caudatus, με δεκαεπτά υποείδη. Στρουθιόμορφο. Πουλάκι που βαστιέται στις άκρες των κλαδιών σαν ακροβάτης, με λεπτότητα και χάρη. Και φτιάχνει κάτι φωλιές αριστουργήματα. Καλλιτέχνις.

Και τα σκόρπισε. Ποτέ δεν τα βλέπεις μαζί. Πια δεν ξέρουν το ’να το άλλο. Δε γνωρίζονται. Τέλος. Μόνο στη Μεταμορφώσεων συναγωγή τα βρίσκεις ακόμη μαζί. Στην Transformationum congeries.

Του Αντωνίνου Λιβεράλις. Μυθογράφου τού δεύτερου ή του τρίτου αιώνα. Δεν ξέρουμε. Τίποτα δεν ξέρουμε γι’ αυτόν. Απολύτως.

Μόνο ότι θα γιόρταζε σήμερα.

------------------------------

Antoninus, Liberalis: Transformationum congeries, Lugdunum Batavorum, Apud Danielem à Gaesbeeck. Bayerische Staatsbibliothek.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...