Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αλέξανδρος

Ὁ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς θεῖος μεσίτης, Προφήτης καὶ Πρόδρομος, στόμα πυρίπνοον. Περί Ιωάννου ο λόγος. Του Προδρόμου. Στόμα πυρίπνοον – ότι έπνεε φωτιά ο λόγος του. Άγγελος ένσαρκος, τῆς στειρευούσης, βλαστός νηδύος – καρπός των στείρων σπλάγχνων της Ελισάβετ, της μάνας του, που τον έκανε, γερασμένη πια, και στείρα.

Στον Εσπερινό τα λέει αυτά, τον σημερινό. Ἐκ παρανόμου μητρὸς συνωθουμένη, θυγάτηρ παράνομος, σοῦ τὴν ἀοίδιμον, καὶ τοῖς Ἀγγέλοις αἰδέσιμον, αἰτεῖται κάραν. Έτσι λέει. Ότι από τη μάνα την αμαρτωλή παρακινείται η κόρη η αμαρτωλή και ζητά την ένδοξη κεφαλή σου, την άγια στους Αγγέλους.

Κι ύστερα καλεί τον Αλέξανδρο ο Εσπερινός, τον ποιμένα. Παμμάκαρ Ἀλέξανδρε ποιμήν, λέει – ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης αυτός, και μάλιστα Νέας Ρώμης / Κωνσταντινουπόλεως, γεννημένος στην Καλαβρία, έτσι λέει η παράδοση, επίσκοπος Βυζαντίου, του Γεωργίου και της Βρυαίνης, τον καλεί να ικετεύσει για τις ψυχές μας, προσευχαῖς συντόνοις, με προσευχές διάπυρες, ένθερμες.

Επίσκοπος Κωνσταντινούπολης ο Αλέξανδρος τον καιρό που γίναν τα εγκαίνια της πόλης του Κωνσταντίνου, 11 Μαΐου τού 330. Και του ζήτησε τη συνδρομή του ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, άλλος Αλέξανδρος αυτός, ο Αλέξανδρος Α΄ – του ζήτησε τη συνδρομή του για την καταπολέμηση του Αρειανισμού. Αυτός πάλι, Αλεξανδρινός κι αυτός, ο Άρειος, την είχε δει ότι καλά και σώνει ο Χριστός είναι δημιούργημα, ότι τον έφτιαξε ο Πατέρας, κι όχι ότι είναι μια από τις τρεις υποστάσεις. Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου – τίποτε αυτός. Βρε μην την βλέπεις ανάποδα, είναι στο δόγμα, τρεις υποστάσεις, πάει και τέλειωσε, άσε τις λογικές και τις εξηγήσεις, τέικ ιτ ορ λιβ ιτ – με την καμία αυτός.

Τέλος πάντων μαζευτήκαν οι παππούληδες στην Πρώτη Οικουμενική, στη Νίκαια, τη συγκάλεσε ο Κωνσταντίνος, είχε πέσει μεγάλη αναταραχή με τα Αρειανικά, ταραχή κι αμάχη, μαζευτήκαν και τα καταδικάσαν αυτά, ομοούσιον τω Πατρί, κατάλαβες; Ούτε δημιούργημα, ούτε τίποτα, και να τ’ αφήσετε αυτά που ξέρετε. Κι είχε πάει λοιπόν ο Αλέξανδρος, ο Επίσκοπος Νέας Ρώμης τώρα, είχε πάει στη σύνοδο αυτή να βάλει κι αυτός ένα χεράκι, καθώς ήταν ἀποστολικοῖς χαρίσμασι λαμπρυνόμενος, έτσι λέει ο Θεοδώρητος από την Κύρρο – πολλοί γραμματιζούμενοι μαζευτήκαν, είδες τι γίνεται, ξαφνικά γεμίζει η αίθουσα.

Ο Αλέξανδρος, Επίσκοπος Νέας Ρώμης, κι ο Αλέξανδρος Α΄, Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Της πόλης που ίδρυσε ο πρώτος στη σειρά των Αλεξάνδρων, ο Αλέξανδρος Γ΄ ο Μακεδών, ο στρατηλάτης, ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος; αυτός ο Αλέξανδρος, της πόλης με τη φημισμένη της βιβλιοθήκη και τον φάρο της, και τους αλεξανδρινούς γραμματικούς της, που παλεύαν να βάλουν σε μια τάξη τα βιβλία και τα κείμενα καθώς η γλώσσα άλλαζε άρδην, τόσος καινούριος και μεγάλος κόσμος που γινόταν ξαφνικά η οικουμένη.

Έτσι πάει, άμα φτιάχνεις έναν καινούριο κόσμο, μετά πρέπει να φτιάξεις και καινούριες λογικές να τον διέπουν, και να φτιάξεις πόλεις, να κατέβουν οι ανθρώποι να εισέλθουν στον πολιτισμό – εκ της πόλεως ο πολιτισμός, βλέπεις. Ο Αλέξανδρος ο Στρατηλάτης – τον έχει αγιογραφία μέσα στον Άγιο Δημήτριο, ναι, αυτόν, τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα, έχει τον δέκατο έκτο πια αιώνα μια αγιογραφία στον Άγιο Δημήτριο κοντά στη σημερινή Βεργίνα, στους τάφους και στα παλάτια των Τημενιδών αρχόντων, του Φίλιππου Β΄, του πατέρα τού Αλεξάνδρου, εκεί, έχει εκκλησιά —φτιαγμένη από τα μέλη του ανακτόρου τού Φιλίππου, άκου τώρα τι γίνεται— και μέσα έχει την αγιογραφία, κι είναι στη σειρά ο Ναβουχοδονόσωρ, ύστερα ο Κήρος, έτσι τονε λέει, Κήρος με ήτα, κι ύστερα άλλος μέγας βασιλέας χαμένος σήμερα, δε μπορούμε να καταλάβουμε ποιος, και τέλος ο Αλέξανδρος – ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος; αυτός ο Αλέξανδρος. Τοιχογραφία υπό την σκέπη του ο Άη Δημήτρης στα Παλατίτσια, στα μέρη του Παλατιού. Μεγαλοπρεπής τρίκλιτη βασιλική με βαθύ νάρθηκα, θεόρατον, και στους τοίχους ιστορημένο του πνεύματος το συνεχές.

Η Αποτομή της τιμίας κεφαλής τού Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου σήμερα. Και αύριο τού Επισκόπου Νέας Ρώμης Αλεξάνδρου. Τη λ΄ του αυτού μηνός Αυγούστου.

Του Αλεξάνδρου τού ανά τους αιώνας.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...