Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κατερίνη

Η γιαγιά η Κατερίνη. Ή μήπως Αικατερίνη; Πολύ μικρός ήμουν τότε για να είμαι σήμερα βέβαιος ποιο απ’ τα δύο. Ή το ’να ή τ’ άλλο, αλλά σίγουρα όχι Κατερίνα. Δηλαδή όχι με α στο τέλος. Κι ήταν αδελφή της γιαγιάς Σταυρούλας κι ήταν όλες αυτές μαζί αδερφάδες ξαδερφάδες ούτε θυμάμαι πια, Σταυρούλα, Ευφημία, Αλεξάνδρα, Κωνσταντία – η Αλεξάνδρα είχε κι ένα χρυσό δόντι – και καθόσαντε όλες μαζί —όσο η πόλη τούς επέτρεπε να κάθονται όλες μαζί—, θέλω να πω είχαν σκορπίσει οι κακομοίρες γιατί είχαν όλες παιδιά κι εγγόνια, και ήταν όλες αγγαρεμένες να τα φυλάνε και να τα μεγαλώνουνε γιατί τα κορίτσια τους είχανε δουλειές κι η πόλη ήτανε μεγάλη, πώς να ιδωθούνε

αντί να κάθονται όλες μαζί σ’ ένα μέρος οι γριές να κουτσομπολεύουνε και να λένε τα δικά τους, κατάλαβες, ήταν ξεμοναχιασμένες και βρισκόνταν μια στο τόσο και τα λέγανε – τι λέω, μόνο στο μυαλό μου τις έχω όλες μαζί, ούτε μια φορά δεν τις θυμάμαι στ’ αλήθεια όλες μαζεμένες τις έρμες, το πολύ δυο δυο – άντε μια φορά στο σπίτι του Χρήστου που είχαν μαζευτεί τρεις, θυμάμαι, η Αλεξάνδρα, η Ευφημία και η Σταυρούλα, η δικιά μας. Ψέματα! Τέσσερεις! Ήταν και η Κατερίνη, η μάνα του Χρήστου.

Η Κατερίνη που λέγαμε. Αυτής μ’ άρεσε το όνομα γιατί έκανε αντίθεση με τα μαύρα που φόραγε. Οι άλλες ήταν κανονικές αλλά αυτηνής το όνομα επαναστατούσε – ποτέ δεν κατάλαβα πώς πάνε Κατερίνη και μαύρα. Αλλά πάλι ξέραν αυτές. Είχαν τον τρόπο τους και τα ταιριάζαν τα πράματα όλα. Και είχε η Κατερίνη δέρμα σκληρυμένο, σαν όλες τους, με τις πανάδες και τις ραγάδες και τις ρυτίδες, ό,τι δέρμα έχει μια γιαγιά τελοσπάντων, και έκανε και το χέρι της το ακούμπαγε παλάμη στο μάγουλο και το μικρό το δάχτυλό της η ακρούλα του ερχόταν κοντά στο μάτι της το ρυτιδιασμένο, στη γωνίτσα του, όλες την παίρναν αυτή τη στάση, το ’να χέρι οριζόντιο να κρατάει τον αγκώνα του αλλουνού, κι εκείνο με τη σειρά του όρθιος ο βραχίονας, κι αυτές γέρναν ελαφρά το πρόσωπο σαν παναγιές κι ακουμπούσαν στην παλάμη τους, γερτή κι αυτή, κι ύστερα νόμιζες σαν η παλάμη να περιείχε την κεφαλή, και τις σκέψεις μαζί, και τις έγνοιες, και όλα όσα αποτελούσαν τη γιαγιά – γινόταν η παλάμη έπαιρνε άλλη υπόσταση, κοίταζες μετά την παλάμη σκέτη και νόμιζες πως περιείχε κι άλλα που δεν έβλεπες

Και τα χρόνια περνούσαν και όλο και χειρότερα, ξεμοναχιάζονταν οι γιαγιές, κι ακούγαμε πια για την Κατερίνη και δεν τη βλέπαμε, αλλά πάντα ο ήχος είχε μια ιδιαίτερη συγκίνηση, κάτι γινόταν μ’ αυτό το όνομα, κάτι που μετά πήρε τον δρόμο του – Κατερίνα ήταν και η παρακόρη της θειάς της Λενίτσας τ’ απογεύματα Κυριακές του χειμώνα που έμπαινε ο ήλιος απ’ τη βεράντα λοξός, αυτή ήταν καλή και υπομονετική και τα φρόντιζε τα παιδιά και τα τρία, σαν μάνα τα φρόντισε, κι όταν περάσαν τα χρόνια αρρώστησε, δεν πρόλαβε να γεράσει, έκανε αρρώστια κακή και πάει, το μεσαίο δωματιάκι ήταν το δικό της, πάντα ταχτοποιημένο και καθαρό, ακόμη και μετά που έφυγε

Και στο μεταξύ να επιμένει το τραγούδι, όμορφή μου Κατερίνα, του μπαξέ μου καρδερίνα, πολύ μεταγενέστερο τραγούδι, δεν υπήρχαν πια οι γιαγιές ούτε η παρακόρη, υπήρχαν οι καινούριες Κατερίνες, φρέσκες και ανυποψίαστες, δροσερές, αεράτες, κι είχαν αρπάξει τον κόσμο απ’ τα κέρατα και κάναν κουμάντο, έτσι είναι οι Κατερίνες, αδάμαστες και επίμονες, εντάξει γερνάνε κι αυτές, ουδείς αναμάρτητος, αλλά μετά έχει κι άλλες, κι άλλες – θέλω να πω τελειώνουν οι Κατερίνες του κόσμου τούτου;

Μπα. Ούτε οι Κατερίνες, ούτε οι έρωτες, ούτε τα γέλια και τα κελαηδητά. Κρατάν και επιμένουν και για καλό σου το λέω, μη σκεφτείς να τα δεις στενάχωρα τα πράματα, γιατί τα πράματα είναι κι έτσι, είναι κι αλλιώς, όσο τα βλέπεις καλά σε περιέχουν, μετά άμα τα δεις αλλιώς σε αποβάλλουν, κι έρχεται κι εσένα η σειρά σου, άιντε κορόιδο, εσύ ’σαι που τα βλέπεις αλλιώς

Αλλά οι Κατερίνες, εκεί. Είναι πράμα διαρκές. Εκρηκτικόν, και για πάντα.











Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...