Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Scala enigmatica

La Gazzetta Musicale di Milano è uno storico settimanale italiano, fondato a Milano nel 1842. Pubblicato da Casa Ricordi, è stato uno dei primi periodici italiani a trattare di musica, politica, attualità e spettacoli teatrali.

Δεν είναι και τίποτε δύσκολα ιταλικά: «Η Gazzetta Musicale di Milano είναι ένα ιστορικό ιταλικό εβδομαδιαίο περιοδικό που ιδρύθηκε στο Μιλάνο το 1842. Εκδιδόμενο από τον οίκο Casa Ricordi, υπήρξε ένα από τα πρώτα ιταλικά περιοδικά που ασχολήθηκαν με τη μουσική, την πολιτική, την επικαιρότητα και τις θεατρικές παραστάσεις.»

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 1842, Domenica 2 gennaio 1842. Τότε εκδόθηκε il primo numero, το τεύχος ένα. Η γκαζέτα φιλοδοξούσε να καλύψει κάθε τι καινούριο στον τομέα της μουσικής. Κυριακές έβγαινε, ώς το 1895. Κι ύστερα, ώς το 1902, κυκλοφορούσε κάθε Πέμπτη. Με διακοπές κάποιες φορές, λόγω ανωτέρας βίας, αφού δεν έκανε πάντα ησυχία στην Ιταλία εκείνα τα χρόνια, αλλά σε γενικές γραμμές επέμεινε με συνέπεια να ασχολείται με σοβαρή κριτική, στα χνάρια των αντίστοιχων μεγάλων γερμανικών και γαλλικών περιοδικών της εποχής.

Και μια Κυριακή του καλοκαιριού, στις 5 Αυγούστου τού 1888, το περιοδικό δημοσίευσε στη στήλη «Curiosità … armoniche» ένα κουίζ: ο Adolfo Crescentini, καθηγητής στο Ωδείο της Μπολόνια, είχε στείλει στη σύνταξη μια κλίμακα δικής του εμπνεύσεως:

Ντο – Ρε♭ – Μι – Φα# – Σολ# – Λα# – Σι – Ντο

Ημιτόνιο, τριημιτόνιο, τρεις τόνοι, δύο ημιτόνια. Αφύσικη σειρά. Μείζων δεν ήταν, ελάσσων δεν ήταν. Δεν ήταν διατονική. Το ένα μέρος θύμιζε πεντάτονο, κι ύστερα γινόταν χρωματική. Με τέταρτη αυξημένη, και πέμπτη αυξημένη επίσης – χωρίς δεσπόζουσα. Τονική σταθερότητα ανύπαρκτη – όλο το πράγμα να αιωρείται χωρίς κέντρο. Σπαζοκεφαλιά. Όποιος νόμιζε ότι θα τα κατάφερνε, ας επιχειρούσε να εναρμονίσει. Οι νικητές θα κέρδιζαν συνδρομές για τα τεύχη του περιοδικού. Έτσι κι έγινε: δυο βδομάδες αργότερα, η Gazzetta δημοσίευε αρκετές αξιόλογες λύσεις στο πρόβλημα – μία μάλιστα από τον ίδιο τον Crescentini. Κι ύστερα το πράγμα ξεχάστηκε.

Εκείνο τον καιρό ο Βέρντι ήταν στα εβδομήντα πέντε του. Ήταν φημισμένος ήδη πέρα από τα σύνορα της Ιταλίας. Είχε γράψει τις μεγάλες όπερές του: τον Αττίλα, τον Μακμπέθ, τον Ριγκολέτο, τον Τροβατόρε και την Τραβιάτα. Είχε παρουσιάσει τη Δύναμη του Πεπρωμένου —Λα Φόρτσα ντελ Ντεστίνο— στην Αγία Πετρούπολη, και είχε παίξει την Αΐντα του στο Κάιρο, για τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ. Και σιωπούσε, εδώ και κάμποσα χρόνια. Πρόσφατα είχε γνωρίσει τον κατά πολύ νεότερό του Αρίγκο Μπόιτο, σαρανταεξάρη τότε, μουσικό και λιμπρετίστα, με τον οποίο μόλις είχαν σκαρώσει τον Οθέλο. Το λιμπρέτο ήθελε τον Ιάγο να παγιδεύει τον Κάσιο, chi all’esca ha morso del ditirambo spavaldo e strambo: αυτός που τον σκλάβωσε το μεθυστικό μου τραγούδι, ας πιει μαζί μου! beva con me!

Το 1889, λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση του διαγωνισμού στο περιοδικό, σε ένα ταξίδι του στο Μιλάνο, ο Μαέστρος μαθαίνει για το κουίζ. Πρέπει να του τα πρόφτασε ο Μπόιτο τα νέα, ο οποίος αγαπούσε ιδιαίτερα τα προβλήματα και τις σπαζοκεφαλιές. Ο Βέρντι ενδιαφέρθηκε. Όχι πως ήταν τίποτε σημαντικό έτσι είπε, αλλά του θύμιζε τις ασκήσεις που του έβαζε ο δάσκαλός του να λύσει. Θα έγραφε ένα Ave Maria. Άρχισε να το δουλεύει, και το 1895 το παρουσίασε κιόλας σε μια κλειστή εκδήλωση σ’ ένα Ωδείο στην Πάρμα. Αλλά δεν έμεινε ευχαριστημένος. Τι κι αν προσπάθησε να τον πείσει ο ίδιος ο Ρικόρντι, ο υιός πλέον, αφού ο πατέρας είχε πεθάνει. Ανένδοτος ο Δάσκαλος. Ώσπου πολύ αργότερα, το 1898, έκρινε ότι το Ave Maria του ήταν πια έτοιμο να δημοσιευτεί. Θα γινόταν το πρώτο από την τετράδα, τα Quattro Pezzi Sacri, τα Τέσσερα Ιερά Κομάτια του. Ο Βέρντι ήταν τώρα ογδόντα πέντε χρονών.

«Ave Maria, gratia plena, Dominus tecum. Benedicta tu in mulieribus, et benedictus fructus ventris tui, Jesus. Sancta Maria, Mater Dei, ora pro nobis peccatoribus, nunc et in hora mortis nostrae. Amen.»

Scala enigmatica. Ένα παιχνίδι. Μια σπαζοκεφαλιά που στα χέρια του Δασκάλου παίρνει άλλη διάσταση. Ένα τεχνικό πείραμα που γίνεται άσκηση στη μεταφυσική. Η αινιγματική κλίμακα. Χωρίς προδιαγεγραμένα, χωρίς ασφάλειες, χωρίς δοκιμασμένα περάσματα. Όλα λες είναι στον αέρα. Όλα ερωτηματικά. Σαν της ζωής  μιας ζωής που πια φθάνει εκεί που απαιτούνται απαντήσεις. Μια σύνθεση που δοκιμάζει να ψηλαφίσει τις πτυχές τού ερωτήματος και να εναρμονίσει το εγχείρημα. Που επιχειρεί να σκεφθεί. Να προσεγγίσει το άρρητο. Τουλάχιστον να το υπονοήσει. Αν μη τι άλλο, να επιχειρήσει να διατυπώσει το ερώτημα με επάρκεια.

«Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὁ Ἰησοῦς. Ἁγία Μαρία, Μήτηρ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, νῦν καὶ ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου ἡμῶν. Ἀμήν.»

Και με αφοβιά. Όσο είναι αυτό δυνατόν.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...