Παραβάλλω. Δηλαδή βάζω δίπλα δίπλα για να συγκρίνω. Παραθέτω. Την κάνω την παραβολή, έτσι λέμε. Αλλά και την ακούω. Ακούω δηλαδή μια ιστορία, που είναι φανερό —ή μήπως δεν είναι— ότι δε λέει αυτό που λέει. Ή μάλλον ότι, πέρα απ’ αυτό που λέει, λέει κι άλλα, πολλά, αρκεί να παραβάλω: να τη βάλω δίπλα δίπλα με πράγματα του κόσμου τούτου, δίπλα με πράγματα ανάλογα. Με σκοπό να οδηγηθώ σε συμπεράσματα. Σε σκέψεις που δε γινόταν να έχουν ειπωθεί. Γιατί αν ειπωθούν, έχουν πολύ μικρότερη διατρητική ικανότητα απ' ό,τι αν τις κάνω ο ίδιος.
Παραβολή λοιπόν. Λέξη που διαδόθηκε και που την ξέρουν όλοι οι πάντες – είναι να μην αρχίσουν οι λέξεις να ταξιδεύουν. Κι απ’ τη λατινική parabola και τις πρώιμες ρωμανικές μορφές parab(u)la, parabla, paraula, πήγαμε παντού: parable, parabole, parábola, parabolă. Και Parabel, αν και για την ευαγγελική παραβολή αυτοί λένε Gleichnis. Αλλά και πάλι. Και πήγαμε και στην ισπανική palabra, που έγινε λόγια – ¿escuchas las palabras de las brujas? τ’ ακούς τα λόγια των μαγισσών; Και στην palavra στα πορτογαλικά και στα λαντίνο, στην paraula στα καταλανικά, αλλά και στην ιταλική parola και τη γαλλική parole. Και στο ρήμα parler. Και parlare. Μιλάω. Που πολύ μάς άρεζε και το πήραμε γαλλοποιηθέν και ιταλοπρεπές και το επανεισάγαμε στον οίκο μας και πιάσαμε την πάρλα κι αρχίσαμε να παρλάρουμε, α το παρλιακό – στο μεταξύ απ’ τα πορτογαλικά είχε εγκατασταθεί και στα τούρκικα η παλάβρα, φαντάσου, palavra, και πια σήμαινε σαχλαμάρα, μπούρδα, παπαριά, ψέμα και υπερβολή, palavraların burada sökmez! δεν περνάν εδώ οι παλαβομάρες σου! και κάναμε κι από κει εισαγωγή τού μεταποιημένου προϊόντος κι αρχίσαμε και εν οίκω τις παλάβρες και νάτον κι ο παλαβός, που κάποιοι βέβαια λένε ότι έρχεται από το απολωλώς, όπως και ο λωλός, αλλά άλλοι σου λέει, κύριε, παλαβρός είναι ο άνθρωπος, απλώς έχει ξεφορτωθεί το ρο.
Εἶπε δέ τις αὐτῷ ἐκ τοῦ ὄχλου: διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι τὴν κληρονομίαν μετ᾿ ἐμοῦ. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ: τὶ λὲς ἄνθρωπε, τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν στὰ δικά σας; καὶ γύρισε καὶ εἶπε πρὸς ὅλους: προσέχετε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ: η ζωή του ανθρώπου δεν είναι στ’ αγαθά που του περισσεύουν· δεν είναι στα υπάρχοντά του.
Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ γῆ· καὶ διελογίζετο: οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου· τί ποιήσω τώρα; καὶ εἶπε: τοῦτο ποιήσω· γκρεμίζω μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ θα πῶ τῇ ψυχῇ μου: ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας, τώρα τίνι ἔσται; ἔτσι εἶναι ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ πρὸς Θεὸν πλουτῶν.
Ότι πλούτισε αυτός και έχτισε μεγάλες αποθήκες και θα την περνούσε ζωή και κότα, αλλά να που απόψε ζητείται η ψυχή του. Κατάλαβες; Απ’ την παλαβομάρα πίσω στην παλάβρα κι από κει στην παράμπολα, την παραβολή. Από γλώσσα σε γλώσσα, αλλά και μέσα στην ίδια τη γλώσσα. Τρέχει η λέξη και πετά, και παίρνει νοήματα, νέοι άνεμοι φυσούν στη σκέψη των ανθρώπων. Άμα η γλώσσα είναι παλιά, πολύ παλιά, οι λέξεις στη διαδρομή αλλάζουν σημασία. Από πάσης πλεονεξίας, λέει η παράμπολα. Πλεονεξία: η τάση κάποιου να επιζητά συνεχώς περισσότερα απ’ όσα έχει, δικαιούται ή χρειάζεται, λέει σήμερα το Χρηστικό της Ακαδημίας. Αλλά ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, αυτός που συνέγραψε τη Συναγωγή Πασῶν Λέξων κατά Στοιχεῖον, ο λεξικογράφος του 5ου αιώνα, πολύ αργότερα απ’ τον καιρό που έγραφε ο Λουκάς την παραβολή, αυτός ο Ησύχιος αλλιώς το λέει. Πλεονεξία: τὸ πλέον τοῦ δέοντος ἔκ τινος λαμβάνειν.
Ο λεξικογράφος δε χολοσκάει τι θες και τι δε θες. Πλεονεξία δεν είναι απλώς να θες περισσότερα απ’ όσα έχεις, δικαιούσαι ή χρειάζεσαι. Είναι να λαμβάνεις περισσότερο απ’ όσο δει.
Ἔκ τινος, διευκρινίζει μάλιστα ο Ησύχιος. Πάντα από κάποιον θα λείπει αυτό το περισσότερο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου