Να ’σαι, λέει, πριγκιποπούλα. Αναθρεμμένη με μαμές και παραμάνες. Με δούλες και με γριές σοφές, να περιμένουν τι θα πεις για να σε βάλουν σε σειρά. Να σου κεντούνε τα μαλλιά ψιλό μαργαριτάρι το βελόνι το χρυσό. Και να σου τραγουδάνε. Για σένα όλου του κόσμου η προσευχή. Μη βρέξει και μη στάξει. Να συμβουλεύονται τις μάγισσες, σήμερα κοιμήθηκε τ’ ανάσκελα, αύριο εκεί το άφησε το προσόψι της, τάδε όνειρο μας είπε, τι λεν κυρά μου τα σημάδια; Να ’σαι λοιπόν το κέντρο του κόσμου, πα να πει.
Και μια μέρα έρχεται το νέο του παραμυθιού: το βασιλόπουλο που θέλει να παντρευτεί. Να πάνε λέει οι έμορφες κι οι αρχοντοπούλες, να πάνε λέει στο παλάτι, που τις θέλει να τις δει. Να δει ν’ αποφασίσει. Ποια θα πάρει γυναίκα του. Ποια είναι η πιο καλή. Η πιο όμορφη κι αστραφτερή. Κι η πιο λαμπρή και έξυπνη. Μαζί παν αυτά. Να βρει ποια θα σηκώσει στους ώμους της το Βασίλειο. Ποιας η μέση η δαχτυλιδένια έχει αντοχή και κρατάει σύμπαντα, και ποιας ο νους σοφία παραγωνίζεται, να κρατήσει στη θέση της τη Χώρα.
Φτάν’ η μέρα η μεγάλη. Η πίσημη. Η μέρα που για κείνη είσαι φτιαγμένη και που όλα συμποσούνται. Έτσι είναι τα πράματα: η σκευή σου σήμερα θ’ αντέξει. Και θα φανεί πόσο όμορφη είσαι, εσύ και το μυαλό σου. Θα ’ρθεί να γίνει λογαριασμός, κι αυτού να γεννηθεί Βασίλισσα. Δεν είσαι Πορφυρογέννητη, δεν είσαι από Θεού, είσαι από ανθρώπων το υστέρημα, είσαι πιο γεννημένη εσύ απ’ τις άλλες, ό,τι καλύτερο έχει σταθεί.
Και φτάνεις στο παλάτι με την άμαξα τη χρυσή και τ’ αλόγατα τα ιδρωμένα, τους δούλους τους καλοντυμένους και το πέπλο σου το άσπιλο, το χέρι το λευκό, να κατέβεις το σκαλί να σε κρατούν, κι ύστερα και χώρο να σου κάνουν, να ’ρθείς στην αίθουσα τη μεγάλη. Μάρμαρα, απάνω θόλος και τα παράθυρα μακριά, κι ο τόπος φως – από άλλον κόσμο λες φτιαγμένος, η αναπνοή σού πιάνεται κι ανασαίνει η ανατροφή σου. Θροφή και χρυσάφι. Κι αν τρέμουνε τα γόνατα, η ψυχή είναι αγκυροβολημένη. Ξέρεις να μην αρπάζεσαι. Κι έχεις και σκοπό. Είσαι η πρώτη κι η καλύτερη, κι όλ’ η χώρα εσένα έχει – να το ξέρεις. Δεν παίζουμε μ’ αυτά. Είναι η δουλειά σου.
Οχλοβοή κι αναβρασμός και γέλια και πειράγματα, χρυσοί στρατιώτες δω κι εκεί, κι αξιώματα και ρούχα βαριά, άλλος κόσμος, τα γκέμια που θα βαστάξεις, ήδη περιεργάζεσαι τις έσω καθενός τις διαδρομές, σα να ξέρεις τον καθένα καιρό, γιατί βρέθηκε εκεί και τι γυρεύει, σα να βλέπεις τα νήματα τα χρυσά που τον κρατούν και πού τον παν, και κάποιους πιο δυνατοί, δε μπορείς να καταλάβεις τι σκέφτονται, αλλά θα τα μάθεις αυτά, αυτή ’ναι η δουλειά σου, γι’ αυτό είσαι μεγαλωμένη, και να ’τον το Βασιλόπουλο. Σε κοιτάει και στέκεται.
– Απ’ τη γυναίκα τα κακά, σου λέει. Κρατάει το μήλο το χρυσό, έτοιμος, σαν να ρωτά, σαν περιμένει.
Εσένα στέκεται η ανάσα. Ξέρεις τι έχεις να κάνεις. Ν’ ανταποκριθείς. Να δείξεις αντάξια. Συναυτοκρατόρισσα. Ξέρεις τι σου είπε. Κι εσύ, ότι αντέχεις θα του πεις. Κι ότι νογάς. Ότι είσαι άφοβη. Πως δεν προδίνεις. Δε λυγάς. Ο έρωτας χτυπά. Σου μίλησε Αυτοκράτορας. Να του δοθείς. Να παραδώσεις. Ν’ ανοίξεις ψυχή και σώμα – να τραβήξεις τη μέλισσα επάνω σου. Ότι προτίθεσαι. Ότι δέχεσαι. Ότι και γνώση, και αποκοτιά, και αφοβιά και σύνεση. Γυναίκα και παιδούλα. Και συστρατιώτης.
– Κι απ’ τη γυναίκα τα καλά, του προσφέρεις. Ψυχή και πνεύμα στα πόδια του. Να κάμει ό,τι νομίζει, να ενώσετε τα σύμπαντα. Να βεβαιωθεί. Να ησυχάσει. Άνθρωπος είναι κι αυτός.
Κι αυτός πάει παρακάτω.
Μια στιγμή, ένα χάος. Μη δεν το ’πες; Μη δεν άκουσε; Τι σου ξεφεύγει; Σαν σε εικόνα κυλάν τα υπόλοιπα. Αυτός στέκεται πάρα κει, δε βλέπεις και καλά, ο κόσμος έχει μαζευτεί παραδίπλα και σου κρύβουν, σου κρύβει και το μυαλό σου, μαγικό πράμα ο νους του ανθρώπου, μπαίνει μπροστά και προστατεύει, σα μάνα φιλεύσπλαχνη που κρύβει απ’ το παιδί το έρεβος, μην τυχόν και δει, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, η γιορτή τελειώνει.
Πού να το φανταστείς; Ώστε δεν άντεξε; Φοβήθηκε; ποιος ξέρει. Πήγε παρακεί! – δεν ξέρεις τι να θρηνήσεις. Που χάθηκε; Κι αν δε χανόταν, τι θα τον έκανες; να τα λέτε με τη μάνα του;
Τώρα θέλεις χρόνο. Χρόνο και ειρήνη. Και έργα. Μόνη σου. Τώρα το κατάλαβες. Μόνη εσύ και μόνη εις λογαριασμόν. Δικές σου οι πράξεις, δικιά σου η σούμα. Μόνο εσένα θα βαρύνει πλέον, καθ’ ολοκληρίαν – καιρός να το σκεφτείς.
Όλα για κάποιον λόγο γίνονται και κάπου οδηγούν. Μπορεί την αφιέρωσή σου να μην την αντέχει άνθρωπος.
Εσύ ξέρεις.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου