Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἐμβριμῶμαι


Ἦν δὲ κάποιος ἀσθενὴς Λάζαρος ἀπὸ τη Βηθανία, της φτώχειας το σπίτι. Την Αλ Εϊζαρίγια, την κώμη της Μαρίας καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς, της Μάρθας. Μαρία δὲ ἦν αὐτή ποὺ ἄλειψε τὸν Κύριον μύρῳ κι εσκούπισε τοὺς πόδας αὐτοῦ με τα μαλλιά της. Αυτηνής λοιπόν ὁ ἀδελφὸς, ο Λάζαρος, ἠσθένει.

Κι ἀπέστειλαν αἱ ἀδελφαὶ μήνυμα πρὸς τὸν Κύριον κι ἐλέγαν: Κύριε, να ξέρεις, αυτός που φιλεῖς, ἀσθενεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν: αὕτη ἡ ἀσθένεια δεν είναι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς. Ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον.

Κι ενώ το ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινεν δύο ἡμέρας στον τόπον όπου ήτο. Κι ἔπειτα, λέγει τοῖς μαθηταῖς: ἄγωμεν τώρα πίσω εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί: ῥαββί, τώρα δα θέλαν να σε λιθοβολήσουν οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν θα ὑπάγῃς ἐκεῖ; Ἀπεκρίθη ο Ἰησοῦς: δώδεκα δεν είν' αἱ ὧραι οπού 'χει φῶς; όποιος ημέρα περπατῇ, δε σκοντάφτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· κι όποιος περπατῇ ἐν τῇ νυκτί, σκοντάφτει, ὅτι τὸ φῶς δεν είν' μαζί του. Ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς: Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν. Εἶπον λοιπόν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ: μα Κύριε, αφού κοιμάται θα πει ότι είναι καλά. Βλέπεις ὁ Ἰησοῦς περὶ θανάτου μιλούσε, αλλ' ἐκεῖνοι νόμισαν ὅτι περὶ τοῦ ὕπνου λέγει. Οπότε εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καθαρά: ὁ Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρομαι γιατί τώρα θα πιστεύσητε· ἀλλ᾿ ας πάμε πρὸς αὐτόν. Εἶπεν τότε ο Θωμᾶς, ο Δίδυμος, εἶπεν τοῖς συμμαθηταῖς: ας ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετά του Κυρίου.

Ἐλθὼν λοιπόν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν Λάζαρον τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνήματι. Ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ὡς τρία χιλιόμετρα, καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων είχαν έρθει πρὸς Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παρηγορήσουσιν αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. Ἡ Μάρθα λοιπόν, ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται, έφυγε να τον συναντήσῃ· ενώ η Μαρία ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. Του το εἶπεν λοιπόν ἡ Μάρθα του Ἰησοῦ· Κύριε, αν ήσουν ὧδε, ὁ ἀδελφός μου δε θα ἐτεθνήκει. Ἀλλὰ καὶ νῦν γνωρίζω πως ό,τι κι ἂν ζητήσης εσύ απ' τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς: ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. Λέγει αὐτῷ η Μάρθα: το ξέρω ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς: ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, ακόμη κι ἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ δε θα ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. Πιστεύεις τοῦτο;

Λέγει η Μάρθα: ναί, Κύριε, ἐγὼ το 'χω πιστέψει ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χρισμένος ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε κι ἐφώναξε την Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς εἰποῦσα της σιγανά: ὁ διδάσκαλος εδώ είναι καὶ φωνεῖ σε. Ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ εξέρχεται πρὸς αὐτόν. Οἱ Ἰουδαῖοι λοιπόν, οἱ ὄντες μετ᾿ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παρηγορούντες αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἐσηκώθηκε κι ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, καθώς σκεφτήκαν ὅτι θα πηγαίνει εἰς τὸ μνῆμα ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ. Ἡ Μαρία λοιπόν, ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσε αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ: Κύριε, αν ήσουν ἐδῶ, δε θα μου ἀπέθαινε ὁ ἀδελφός.

Πια ο Ἰησοῦς ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς Ἰουδαίους μαζί της κλαίοντες, συγκόπηκε η πνοή του, όπως το άτι που ταράζεται. Λέγει: ποῦ τον βάλατε; λένε: Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. Και λέγαν οἱ Ἰουδαῖοι: κοίτα πῶς τον αγάπαγε· τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον: δε μπορούσε, εδώ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ άνοιξε, δε μπορούσε να κάμη κι αυτόν να μην ἀποθάνῃ;

Ο Ἰησοῦς και πάλι αναταράχτηκε, κι ἔρχεται εἰς τὸ μνήμα· σπήλαιον ήταν αυτό, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ᾿ αὐτού. Λέγει: ἄρατε τὸν λίθον. Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος, η Μάρθα: Κύριε, ἤδη ὄζει· είναι τέσσερεις ἡμέρες πια. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς: οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, θα δῇς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;

Ἦραν που λες τὸν λίθον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε: πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. Το ξέρω ὅτι πάντα με ἀκούεις· ἀλλὰ το λέγω διὰ τους ανθρώπους εδώ γύρω, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλες. Καὶ ταῦτα εἰπὼν, ἐκραύγασε με φωνή μεγάλη: Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς με φασκιωμένους τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας, με λουρίδες σεντόνι, καὶ το πρόσωπον αὐτοῦ τυλιγμένο με σουδάριο. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς: λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετέ τον να πάῃ.

Πολλοὶ τότε ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι αυτά που ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. Μάλιστα τινὲς ἐξ αὐτῶν πήγαν στοὺς Φαρισαίους καὶ εἶπον τα καθέκαστα. Συνεκάλεσαν τότε οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι σανχεντρίν, καὶ ἔλεγον: τί θα κάμουμε; ο άνθρωπος αυτός σημεῖα πράττει. Ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν έτσι, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶ τότε ἐλεύσονται οἱ Ῥωμαῖοι κι αλίμονο κι εμάς καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος. Ἕνας δε Καϊάφας, ἐξ αὐτῶν, ἀρχιερεὺς ἐκείνο το έτος, εἶπεν αὐτοῖς: ὑμεῖς δεν νοείτε, και δεν περνά απ' τον νου σας ὅτι είναι καλύτερα, προκειμένου να μὴν χαθεί ὅλον τὸ ἔθνος, εἷς ἄνθρωπος να ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Και τοῦτο δὲν το 'πε από κεφαλιού του, ἀλλὰ σαν ἀρχιερεὺς εγνώριζεν ὅτι ἔμελλεν ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ μάλιστα όχι μόνον γι' αυτό, ἀλλ᾿ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν. Ἀπ᾿ ἐκείνης λοιπόν τῆς ἡμέρας συναπεφάσισαν οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν.

Γι' αυτό ο Ἰησοῦς δεν επήγαινε πια να τον βλέπουν οι Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ ἀπῆλθεν από κει και πήγε εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήμου, εἰς Ἐφραὶμ λεγομένην πόλιν, κἀκεῖ περνούσε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. Ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβησαν πολλοὶ ἐκ τῆς χώρας εἰς Ἱεροσόλυμα ἵνα εξαγνίσωσιν ἑαυτούς πρὸ της εορτής. Ανεζήτουν λοιπόν τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔλεγον μεταξύ των ἐν τῷ ἱερῷ ἑστηκότες· τί λέτε; μήπως δεν ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν;

Και βγάλαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἐντολὴν: ἐάν κάποιος εγνώριζε ποῦ είναι, να μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν αὐτόν.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...

Αρτινή

Είναι περίπλοκο, γι’ αυτό δώσε βάση: Η Αλίφε είναι ήταν —και είναι— μια πόλη της Ιταλίας, στην Καζέρτα, δηλαδή στην Καμπανία. Ο οικισμός στους γύρω λόφους βρίσκεται εκεί απ’ την Εποχή του Σιδήρου και δώθε. Πα να πει, χοντρικά, απ’ τον δέκατο αιώνα κι ύστερα. Απ’ όταν η παράδοση θέλει τον Ιησού του Ναυή να οδηγεί τον λαό μέσα στη Χαναάν. Απ’ τον καιρό που στην Αίγυπτο περνάμε στην εικοστή Δυναστεία και τον Ραμσή Γ΄ – στα μπερδέματα με το ιερατείο και στις απεργίες στο Σετ Μάατ, τον Τόπο της Αλήθειας – στο σημερινό Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Από τόσο παλιά. Πάνω κάτω, πάντα, εντάξει; Σαμνιτικό όνομα η Αλίφε. Τι θα πει Σαμνιτικό, θα μου πεις τώρα: το Σάμνιον ήταν περιοχή στη Νότια Ιταλία, έτσι το λέγαν οι ξένοι, οι ίδιοι λεγόντουσαν Σαφινείς, συγγενείς των Σαβίνων, πα να πει ινδοευρωπαίοι, οσκικά μιλούσαν, πολέμησαν κατά της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, συμμάχησαν με τον Πύρρο της Ηπείρου, βίος και πολιτεία, κι ύστερα εξεγέρθησαν στον Κοινωνικό Πόλεμο, αλλά ο Σύλλας τούς αποδεκάτισε – Σαμν...