Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Γιατί δε σε φίλησα εχθές

Πρώτον γιατί σε είδα στον ύπνο μου. Δεύτερον γιατί είσαι μικρή. Τρίτον γιατί είσαι κόρη πελάτη μου. Και τέταρτον επειδή έχεις γκόμενο. Κι επειδή τίποτε απ’ όλα αυτά δε θα μπορούσα να σου πω χωρίς να θυμώσεις, απλώς δε σε φίλησα. Έκανα την παλαβή. Έκανα πως δεν κατάλαβα. Άλλωστε θα 'θελε θάρρος από τη μεριά μου για να σε φιλήσω. Και θράσος. Και δεν το πήρα. Ήθελε εκείνη την αρσενική αποκοτιά με την οποία ψεκάζουν τα θηλυκά το αρσενικό που διαλέγουν. Και μετά ποιος θα μ’ έπιανε. Εκείνο το θάρρος το αλλόκοτο που προ ουδενός ορρωδεί. Που εισβάλλει και τα κάνει λίμπα. Αλλά δεν. Αυτά είναι για νεαρούς, αδέσμευτους και αρτιμελείς. Κι εγώ, ουδέν εξ αυτών συντρέχει. Άσε με να σου εξηγήσω. Πρώτον, έχεις γκόμενο. Είσαι, δηλαδή, αλλουνού. Έτσι πάει. Το ξέρω πως εκείνη τη στιγμή, εχθές, δεν ήσουν κανενός. Έπαιζες μόνη σου. Πιθανόν και να τον έχεις ψιλοχεσμένο, γενικώς ειπείν. Μόνο εσύ τα γνωρίζεις αυτά. Αλλά τι θα γινόταν δυο λεπτά μετά το φιλί, μωρή; Ποιανού θα ’σουνα εσύ και ποιανής θα ’μουνα...

Ο Σωτήρης

Ποιοι είμαστε και πού πάμε, ρε Σωτήρη! Ποιοι είμαστε και πού πάμε! Ερχόμαστε από έναν μικρό κόσμο, Σωτήρη μου. Τον ιδιωτικό μας τον κόσμο. Και φέρουμε μικρό μυαλό. Και επιχειρούμε να εισέλθουμε στην κοινωνία. Να κάνουμε και μεις κάτι. Κάπως να υπάρξουμε. Βιβλιοπώλης, ταξιτζής, ταξιτζού, αστροναύτης, πουτάνα, φωτοτύπης. Εσύ, φαντάρος έδειξες να το 'χεις με τα στρατιωτικά, είχες και κάποια μόρια, είχες και κορμοστασιά, στο σχολείο μαντάρα τα 'χες κάνει, καλή ιδέα ήταν, πήγες κι έκανες αίτηση για αστυνομικός. Μπάτσος. Αστυφύλαξ. Που θα πει ένα μόνο πράμα: ότι δουλειά σου είναι να ασκείς βία για πάρτη των υπολοίπων, όσων κάνουμε άλλες δουλειές. Νόμιμη βία. Έτσι λέγεται. Αλτ! φωνάζεις με τη μπάσα τη φωνή σου εσύ, κι ο καργιόλης που επιβουλεύτηκε το βιος μας ή την ανήλικη την κόρη μας, ψαρώνει και κατουριέται απ' το φόβο του. Όχι τόσο γιατί είσαι εσύ φοβερός και τρομερός. Που είσαι, δεν το συζητώ. Αλλά γιατί στο πρόσωπό σου εκτός από σένα ο καργιόλης βλέπει κι όλους εμάς και...

Ο μπαμπάς μου

Ο μπαμπάς μου Πήγα τις προάλλες επίσκεψη. Να δω τον μπαμπά μου. Μπαίνω μέσα, που λες, και να μπροστά μου όλη η σειρά τα ντέξιον. Από πάνου ως κάτου. Μέσα, έξω. Παντού. Πού είναι ο μπαμπάς; Αρθιμός τάδε. Ψάνω πάνω, ψάχνω κάτω, πουθενά ο μπαμπάς. Κάτι άλλα επώνυμα, κάτι έτσι, κάτι αλλιώς, άγνωστοι πανταχόθεν και ανέκαθεν. Τρόμος με κατέλαβε. Μα, πού είναι ο μπαμπάς; Γιατί δεν είναι στη θέση του; Εγώ φταίω. Κι όχι τίποτ' άλλο, αλλά έχω κι αδελφό. Τι θα πω στον αδελφό μου για τον δικό του τον μπαμπά; Πού είναι; Γιατί δεν το φρόντισα; Βρίσκω τον Υπάλληλο και τον ρωτώ: αρθιμός τάδε. Επώνυμον, όνομα. Γιατί δεν είναι στη θέση του; Πώς και δεν τον βρίσκω; Μισό λεπτό, μου λέει. Έχει δουλειά. Κανονίζει κάτι λιβάνια και καντηλέρια και φέρνει τα καρβουνάκια, έτοιμα, ήδη αναμμένα, και ρίχνει τους κόκκους το λιβάνι ν' αρχίσει ν' ανάβει και να μυρίζει. Προετοιμάζει τα χρειαζούμενα για άλλου τελετή. Μα, δεν καίγονται τα δάχτυλά του έτσι που πιάνει τα καρβουνάκια; Αδημονώ. Η Υπαλλη...

Πεσάχ

Μπροστά τους ο Ισραηλιτικός Ναός. Του Αγίου Ανδρέου. Ταπεινό εκκλησάκι μικρό, παμπάλαιο. Λιθόκτιστο. Τοίχοι χοντροί, καπνισμένοι, κι αγιογραφίες σκοτεινιασμένες. Τουλάχιστον από την Επανάσταση. Χίλια οχτακόσια. Μπορεί και παραπάνω. Και κει, μπροστά στην είσοδό του, συναντιώνται Εκείνος και η Εβραία. Εκείνος γέρος δεν είναι. Αλλά ούτε και νέος. Όμορφος; Μπα. Εκείνη όμως είναι τόσο νέα! Τόσο ωραία! Δροσιά. Κάλλος. Λεπτή και με μπόι. Και, σαν να μην έφτανε η ομορφιά της, ή σαν υπηρετώντας την αυτήν την ομορφιά, φορά τα γλυκά της πράσινα που εφαρμόζουν στο κορμί της σαν σε ελάφι. Μαρία και Μάρθα μαζί. Εκείνος τής είχε ζητήσει τα Αρχαία Κείμενα να τα μελετήσει. Του τα είχε δώσει πρόθυμα, και τώρα αυτά κρατά στο χέρι του. Τις σχετικές φωτοτυπίες, βέβαια. Βλέπετε, αναζήτησε και θέλησε να τηρήσει τους Ιερούς Κανόνες του Πάσχα - έτσι, για αλλαγή. Από σέβας. Για Κοινωνία. Γιατί όταν τηρείς ξένους κανόνες, κι όταν διέρχεσαι μέσα από ξένες τελετές, και φίλος γίνεσαι με τον Άλλο, αλλά και κατανο...

Το τρένο

Ο σταθμάρχης δίπλωσε την εφημερίδα του πήρε το σημαιάκι του κι υποδέχτηκε το τρένο που έφθασε στον μικρό σταθμό. Κόσμος, κακό, καλάθια με καλούδια, βαλίτσες. Όταν το τρένο έφυγε, έγινε μεγάλη ησυχία. Μόνο πουλιά που τιτίβιζαν. Πήγε κι αυτός μέσα στην κάμαρή του και φόρεσε τις μεγάλες πράσινες φτερούγες του. Θα γυρίσει όταν θάναι να περάσει το επόμενο τρένο.

Το παιδί

Το παιδί Το μικρό αυτοκίνητο έμπαινε στην Πόλη. Επέστρεφε. Σαν από εκδρομή, κάτι τέτοιο. Μέσα φίλοι διάφοροι, δυο τρεις. Και μεταξύ αυτών, Πατέρας και ο Γυιός του. Όταν φτάσαν στα πρώτα κράσπεδα, κει δεξιά, κάνε άκρη το αμάξι να κατέβει το Παιδί να πάει στο δικό του το Σπίτι. Να σ' αφήσουμε εδώ; Καλά είναι; Ναι, καλά. Κατεβαίνει αυτό, μιλιά δε λέει, κι ετοιμάζεται το αυτοκίνητο να ξεκινήσει. Πώς όταν κάποιος μάς κοιτά και, σαν κάτι να μας ειδοποιεί, γυρνάμε και μεις και τον κοιτάμε; Ακριβώς έτσι, γυρνάει ο Πατέρας ολόκληρος, πούν' το Παιδί; Ανοίγει την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου και πετάγεται έξω. Αλαφιασμένος. Εμείς δεν έχουμε χρόνο, τον ειδοποιούν οι φίλοι στο αυτοκίνητο που είχε ήδη ξεκινήσει. Μωρ' δεν πα να φύγετε. Τρέχει στο Παιδί. Αυτό ήταν καθισμένο στην άκρη στην άσφαλτο. Γερτό, με τον αγκώνα να στηρίζεται ένα σκαλί πιο πάνω, στο πεζοδρόμιο. Με το λευκό του το φανελάκι. Τα πόδια του ένα κουβάρι νεκρά. Από τη μέση και κάτω παραλυμένο. Ούτε να κινηθεί, ούτε ...

Το «ι» με ιώτα

Ρηξικέλευθο σε βρίσκω, Μήτσο, όπως πάντα [1]. Δεν είμαι γλωσσολόγος, ούτε φιλόλογος, ώστε ν' ανοίξω συζήτηση με τέτοια ιδιότητα. Αλλά μήπως η γλώσσα είναι περιφραγμένο πεδίο, ελεύθερο για προσπέλαση μόνο σε ειδικούς; Φαινόμενο είναι. Ένα θαύμα, έτσι δεν είναι; Ανάλογο του φορέα της, του ανθρώπου. Συμφωνώ με τα γραφόμενά σου, κι ας το πιάσουμε από δω: τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, οι αναλφάβητοι, οι αλλοδαποί ομιλητές της ελληνικής και οι διάφοροι ανορθόγραφοι, μια χαρά συνεννοούνται και χωρίς ορθογραφία. «Ριξικέλεφθος», σου λέει. «Ιπάρχι πρόβλιμα, μεγάλε»; Η αλήθεια είναι ότι πολλών δεν μας πάει να γράψουμε «ριξικέλεφθος». Σαν να χάνεται και ο ρηγνύων και τα κελεύθη και μας κακοφαίνεται. Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, με τις αδυναμίες μας και τις προσκολλήσεις μας. Ξέρουμε ότι άμα το πάρουμε χαλαρά και με θάρρος, θα τα καταφέρουμε. Αλλά σίγουρα δυσκολευόμαστε. Και δεν είναι ψέματα ότι όσο περισσότερα διαφοροποιητικά στοιχεία (πλήθος «ι», πλήθος «ο», τόνοι, πνεύματα κ.λπ.) διατηρούνται...