Και μετά μου λες γιατί γιορτάζω την έναρξη. Γιατί δε γιορτάζω τη λήξη. Ποια λήξη βρε; Τι να γιορτάσω από τη λήξη; Που φύγαν; Θα φεύγαν. Ήρθε το πλήρωμα και φύγαν. Τα τέρατα. Σάμπως εγώ τους έδιωξα; Έκανα ό,τι μπορούσα, σύμφωνοι, δε λέω. Σκοτώθηκα. Αλλά δεν τους έδιωξα. Πνιγήκαν στο αίμα και φύγαν. Κι είχαν κι όρεξη για κουβέντες, όχι έτσι, όχι αλλιώς, να τα συνεννοηθούμε – τέρατα! Σταθήκαν και στον Άγνωστο για στεφάνι. Αυτό να γιορτάσω; Ταρατατζούμ; Καλό ήταν αυτό, δηλαδή; Για καλό να το πάρω; Ή να γιορτάσω που αμέσως σφαχτήκαμε σαν τ’ αρνιά – μες τη διχόνοια και την υποψία. Που σφαζόμασταν ήδη δηλαδή, πριν ξεκουμπιστούν. Από πριν. Απ’ το βουνό ακόμη. Κι από πιο πριν. Από πάντα. Όχι εσύ είσαι μ’ εκεινούς, όχι εσύ είσαι με τους αλλουνούς. Όλοι ξένοι και κανείς δικός. Και δος του λεπίδι. Τη νύχτα. Στον ύπνο μέσα. Χωρίς ήχο. Να γιορτάσω που φύγαν τα θηρία και δε βρέθηκε δικαιοσύνη να μοιράσουμε; Που βάλαμε τους λύκους να φυλάνε τα πρόβατα; Ή που ορμήσαμε να πάρουμε το κάστρο – να το ...
επί παντός