Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Διάχωρα

Διάχωρα, λεν στην εκκλησιά τα κομμάτια της εικόνας με ιστορίες από μια ιστορία. Εδώ που γεννήθηκε, εδώ που μεγάλωσε, εκεί το θαύμα με τους επτά πένητες, εκεί με τις τέσσερεις ιπποφορβάδες, τα δώδεκα μυστήρια, τα εννέα τέρμινα, τα τρία μέγιστα μεγίστων μυστικά. Πετάς από το ένα διάχωρο στο άλλο και μαθαίνεις όλες τις λεπτομέρειες της φανερώσεως – ή μάλλον όλες τις φανερώσεις εκάστης λεπτομερείας, όλες που με θαυμαστόν τρόπο φτερακίζουν μιαν ενότητα, στέρεη, σημαντική, ακαταμάχητη, ορίστε, τι δεν βλέπεις; όλα μπροστά σου, εδώ ανεδύθησαν – τι χρείαν έχομεν μαρτύρων, και το μαρτύριο να το, και η θέωση μπροστά σου είναι – φως φανάρι και φως γλυκύτατο. Να την η αποκάλυψη. Χωρίς διαπιστώσεις, χωρίς έρευνες, χωρίς ληξιαρχικές πράξεις. Αχρείαστα να ’ναι. Όταν γίνεται καταγραφή, η υπόθεση χάνεται. Τα μυστικά τα φανερά του κόσμου τούτου, γίνονται οι λεπτομέρειες που δεν σημαίνουν τίποτα. Και τα σημαντικά, είναι φανερό: είναι αυτά που πίστεψες. Αυτά τ’ αβέβαια αν υπήρξαν. Τα όντως όντα. Για τ’ άλλ...

Γέννηση

Δεν ξέρεις από πού να το πιάσεις. Αφού γεννάται, πεθαίνει κι όλας – δεν είναι; Τι ταράζεσαι; Αν δεν είναι να πεθάνει, τότε γιατί να γεννηθεί; Καλά δεν καθόταν; Από πάντα. Δίχως χρόνο. Δίχως ύλη. Κι όμως. Ποια χαρά να μας χαρίσω Ποια χαρά να μας χαρώ Ποιον σκοπό να μας γεννήσω Ποιον σκοπό να γεννηθώ Μια γιορτή γεννήσεως – μια γιορτή σκοπού. Μια γιορτή υλοποιήσεως. Από το τίποτα να γίνει κάτι, οπότε ύστερα αυτό να τελειώσει – ό,τι γίνεται τελειώνει κι όλας, αλλιώς γιατί να γίνει – το ’παμε. Αυτός είναι ο σκοπός. Σκοπέω, σκοπώ. Και σκέπτομαι – ίδια ρίζα. Έχει ένα πολύ αρχαίο πίσω του, ένα *sḱep- που είναι *speḱ- που έπαθε μετάθεση, έτσι το λένε αυτό που έπαθε. Σκεπ- και σπεκ-. Βλέπω. Παρατηρώ. Σπέκτρουμ. Φάσμα. Περιοχή. Βλέπω με προσοχή. Ενεργητικά. Και όχι μόνο. Κατευθύνω. Δεν ορώ. Επιδρώ. Κάνω σκέψεις – αυτός είναι ο σκοπός. Σκοπώ. Μια επίσκεψη είναι ο σκοπός – εκείνη τής θελήσεως. Η απώλεια της αγνοίας. Της ασκεψίας. Της αθωότητας. Η απώλεια του παραδείσου. Απώλεια; Είναι βέβαιο; Ποιος...

Μαμ, κακά και νάνι

Σα γιαπωνέζικα δεν ακούγονται; Αμ δεν είναι, κι ας μοιάζουν. Είναι ελληνικότατα. Διάλεκτος. Έχουν οι γλώσσες τέτοιες διαλέκτους μυστήριες που δεν τις βρίσκεις στο λεξικό. Απόκρυφες. Τις εφευρίσκουμε οι μεγάλοι και τις λέμε στα παιδιά. Πιάνουμε λεξούλες, τις συντομεύουμε, τις ανακατεύουμε, τραβάμε κι έναν αναδιπλασιασμό και τσουπ! Παιδικά, σου λέει. Και ψηνόμαστε ότι αυτή είναι η γλώσσα τους. Των παιδιών. Ότι έτσι μιλάν αυτά, κι ότι σ’ αυτή τη δική τους γλώσσα, έτσι πρέπει να τους μιλάμε και ’μείς. Ε, εκεί λοιπόν, το φαΐ είναι μαμ. Ε, ρε, τι είναι ο άνθρωπος. Πού να πάει η τρέλα, στα βουνά; Λες κι έχουν ανακαλυφθεί, ας πούμε, τίποτε παιδικές επιγραφές στη Μεσοποταμία και την Βαβυλώνα, επιγραφές που τις σκαλίσαν μωρά μιλάμε τώρα, και στις επιγραφές εκεί έχει μια ζωγραφιά κοκορέτσι και γράφει μαμ, άρα μαμ είναι το φαΐ στα παιδικά, έτσι κατέληξαν οι γλωσσολόγοι. Επιστημονικά πράματα. Ή μην είναι ειδικώς το κοκορέτσι; Έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες σε δάφορα πέιπερς. Διότι παρεμπιπτόντως το κο...

Μάρε γιε

Μάρε γιε, μάρε γιε Μάρε γιε μου κανακάρη Μάρε γιε Σαν Βουλγάρες – αυτές με τις φωνές τις μυστήριες, τα λαρύγγια τα ανοικτά, τα δυνατά, που κρατάνε πολλές νότες ένα φωνήεν, ίδια συλλαβή, που δεν αλλάζει, που αλλάζει όμως η νότα, που πάει και πάει, ε μακρύ, ατέλειωτο, σαν να πρέπει ν’ ακουστεί από ράχη σε ράχη, ώς απέναντι. Αυτό να ’ναι κι αυτό που τις συνδέει, Βουλγάρες και Συριανές. Γυναίκες, πολλές μαζί, μακριά, κι ανάμεσα ο άνεμος. Χάνεται το τραγούδι – ξανάρχεται. Κι ο άνεμος που το πηγαίνει. Πού η νηνεμία και πού η ηρεμία. Nights in White Satin. Ο άνεμος αλλιώς. Πέπλο που είναι κι αναρριπίζεται. Τι σκέψεις, τι ριξιές, πάνε κι έρχονται, ακανόνιστα, πότε ησυχία, πότε μια και δυο μαζί, θροΐσματα, φύλλα φθινοπωρινά, όποτε τα θυμάσαι τότε μόνο πετάγονται, τον άλλον καιρό μένουν εκεί, ίδιο σημείο – τα κοίταξες; λες κι ακούνε, η σκέψη ριγεί, το μετάξι αναδιπλώνεται. Μικρά μυστήρια, απαλή επιδερμίδα – εκεί απευθύνεται το μετάξι το λευκό, στην επιδερμίδα – γιατί να ’ναι στενόχωρα όλα αυτά κ...

Μάμες

Got hot nit gekent zayn umetum, hot er beshafn mames. Τι να ’ναι τώρα αυτά; Σα να γερμανοφέρνουν. Got – να ’ναι ο θεός; Ξέρω ’γώ; Ίσως. Ας διαβάσουμε παρακάτω. Τι είναι zayn; Το σημιτικό γράμμα; Το έβδομο στα αμπτζάντ; Που θα πει και επτά; Αλλά γκεκέντ και μπεσάφν σα ρήματα ακούγονται – όπα! ρήματα αναδιπλασιασμένα ρε φίλε, γκε-κέντ και μπε-σάφν. Δηλαδή στη γλώσσα όπου γκοτ είναι σίγουρα θεός. Πιο γερμανικά δε γίνεται! Μα φυσικά. Στραβοί είμαστε τόσην ώρα; Γερμανική γλωσσική οικογένεια! Γερμανοεβραίικα. Γίντις. Γκοτ – ο θεός! χοτ νιτ γκεκέντ – δηλαδή χατ νιχτ γκεκάντ, δεν έχει μπορέσει! ζάιν – δηλαδή sein, να είναι! ουμετούμ – um και unde και um, παντού! Ο θεός δεν έχει μπορέσει να είναι παντού – χοτ ερ μπεσάφν μάμες. Έχει αυτός φτιάξει μαμάδες. Σου πιάνεται η ανάσα. Εκείνο το αίσθημα σαν του αρχαιολόγου που ανακαλύπτει τάφο και επιγραφή, εκεί, στο σημείο ακριβώς που θα ’πρεπε, κι επιτέλους ολοκληρώνεται το νόημα. Στο κεφάλι του μέσα, και στον κόσμο, απ’ έξω του. Παροιμία είναι: ο θεός...

Ανήρ

Στο λεξικό πρώτα βρίσκεις το άνηθον – τον άνηθο δηλαδή. Άνηθον το βαρύοσμον, Anethum graveolens. Αυτό. Ιθαγενές, μονοετές των Μεσογειακών χωρών και της νότιας Ρωσίας. Και καμιά ογδονταριά πόντους θα φθάνει σε ύψος. Και το βάζεις στις σούπες και στις σαλάτες, λιγάκι ανηθούλι, να ’ρθεί να μυρίσει – και το ξέραν κι οι αρχαίοι. Βέβαια. Ἄννηθον και ἄνητον. Ευεργετικόν κατά κολικών και εξαιρετικό διουρητικό. Και χαλαρωτικόν τών μυών το αιθέριο έλαιο των καρπών του. Άνηθο. Αγνώστου ετύμου. Τρέχα γύρευε. Δανεικό θα είναι, λένε – ποιος ξέρει. Και μετά βρίσκεις το άνθος. Το λουλούδι. Δηλαδή το βλαστάρι. Απ’ όπου και τα Ανθεστήρια, η γιορτή των λουλουδιών. Και ο Ανθεστηριών, ο μήνας ο όγδοος, αυτός του Διονύσου, που μεθάει η μάνα και του παιδιού δε δίνει, ανάμεσα νέα Σελήνη Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, όργιο, ανθοκόμος, ανθοβολή, ανθοφόρος, ανθοφυής – όλα τα καλά. Και ανθολογία, πας και βάνεις τα καλύτερα ποιήματα, τα καλύτερα διηγήματα – τα πιο όμορφα και μυρωδάτα, και πάει και διαβάζει ο κοσμάκη...

Πυρφόρος

Σιγῶν θ᾽ ὅπου δεῖ καὶ λέγων τὰ καίρια. Σιωπηλός όποτε πρέπει και μιλώντας όποτε είναι καιρός. Όποτε είναι ώρα. Στίχος του Αισχύλου είναι. Από τον Προμηθέα του. Όχι τον Δεσμώτη. Τον άλλον τον Προμηθέα. Τον Πυρφόρο. Τα γράφει ο Αύλος Γέλιος αυτά, ο Ρωμαίος. Συγγραφέας και γραμματικός. Που γεννήθηκε και έζησε στη Ρώμη – ο Γέλιος. Ρήτορας, και καλοσπουδαγμένος – εντάξει, δεν ξέρουμε και τις φοβερές λεπτομέρειες για δαύτον, αλλά έζησε κάπου μεταξύ 125 και 180, μετά Χριστόν φυσικά. Καλό σπίτι, φράγκα, άνεση, ρητορικές, φιλοσοφίες, και είχε και διασυνδέσεις ο κύριος, όχι παίξε γέλασε, τα λέγανε με τον Φαβρόνιο, τον σοφιστή και σκεπτικό, και με τον Ηρώδη τον Αττικό – μάλιστα, τον δικό μας τον Ηρώδη, αυτόν τού Ωδείου, που πάμε τα καλοκαίρια, πάνω διάζωμα, κάτω διάζωμα, τον Αθηναίο μεγιστάνα και πολυτάλαντο πολιτικό μηχανικό. Λούκιος Βιμπούλιος Ίππαρχος Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης, έτσι λεγόταν ο πώς τον λεν. Αλλά φύγαμε από το θέμα μας – για τον Αύλο Γέλιο λέγαμε. Αυτόν λοιπόν τον μάθαμε α...