Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βασιλεύς Άτταλος Αττάλου




Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μακρινή πολιτεία, πέρα στο Βορρά, πέρ’ από τη θάλασσα. Η Πέργαμος η ξακουστή. Και ζούσαν εκεί ένας Βασιλέας και μια Βασίλισσα. Ήσαν νέοι και πολυαγαπημένοι, και ζευγάρι μονιασμένο. Ο Άτταλος και η Απολλωνίδα.

Ο Βασιλέας, ο Άτταλος, ήταν βασιλόπουλο από κούνια. Θετός γιος του Ευμένη, του Βασιλέως πριν απ’ αυτόν. Και γιος της Αντιοχίδος της πριγκίπισσας, της εγγόνας του μεγάλου στρατηγού, του Σελεύκου του Νικάτορος. Του στρατάρχη και φίλου τού Μεγαλέξαντρου του Βασιλέως.

Η Βασίλισσα Απολλωνίδα ήταν απ’ την Κύζικο. Αυτή δεν ήταν από βασιλική γενιά. Ήταν όμως κόρη από σοφό και συνετό σπίτι, μυαλωμένη και τίμια. Αυτή κι ο άντρας της μια καρδιά κι ένα μυαλό. Μαζί στα καλά, μαζί και στα κακά.

Και αγαπιόντουσαν και κάνανε και τέσσερα παιδιά το ζευγάρι. Τέσσερις γιους λεβέντες ως εκεί πάνω. Ο πρωτότοκος ήταν ο Ευμένης, που πήρε τ’ όνομα του παππού απ’ τον πατέρα του. Ο δευτερότοκος λεγόταν Άτταλος, όπως κι ο πατέρας του. Ίδιο όνομα. Δεν ήταν ασυνήθιστο τότε. Κι οι άλλοι δύο ήταν ο Φιλέταιρος, με τ’ όνομα του θείου, του αδελφού τού πατέρα, και το στερνοπούλι, ο Αθήναιος.

Εκείνο τον καιρό στα σπίτια των βασιλέων γινόντουσαν ακατονόμαστα πράματα. Αιμομιξίες, σφαγές, δολοφονίες, συνωμοσίες – βάλε με τον νου σου. Αλλ’ αυτοί εδώ ήταν αγαπημένο σπίτι. Αγαπημένα αδέλφια. Μονιασμένη οικογένεια. Περνούσαν ζωή χαρισάμενη. Ώσπου ένα πρωί ήρθαν τα κακά μαντάτα. Τον πατέρα τον είχε βρει εγκεφαλικό. Στα 72 του. Ωστόσο είχε δασκαλέψει τα παιδιά από νωρίς.

– Ευχή και κατάρα. Θα ’στε μαζί κι αγαπημένοι. Βασιλέας σας ο πρώτος μου. Ο Ευμένης. Μα στην καρδιά μου Βασιλιάδες όλοι σας. Μόνο αγαπημένοι θα κρατήσετε το Βασίλειο. Το Βασίλειο και τη Μάνα σας.

Όπως τα είχε πει, έτσι γίνηκαν. Βασιλέας έγινε ο Ευμένης. Και ποιοι ήσαν οι παραστάτες του θρόνου; Ποιους ρώταγε ο Ευμένης για την τάδε και τη δείνα υπόθεση και ποιους λογάριαζε αρχισυμβουλάτορες; Ποιοι μπαίναν μπροστά και τον υπερασπίζονταν σ’ όλες τις δουλειές του Βασιλείου; Τα τρία αδέλφια του. Με πρώτο και καλύτερο τον Άτταλο.

Που λεγόταν και Φιλάδελφος – τόσο που αγαπούσε τον αδελφό του. Και ήταν και σπουδαίος στρατηγός. Πολέμησε στη Μάχη της Μαγνησίας, στο πλευρό των Ρωμαίων εναντίον του Αντιόχου του Τρίτου του Μεγάλου. Ναι, εναντίον του σογιού του, των Σελευκιδών! Ρωμαίοι και Άτταλος κατήγαγαν νίκη περιφανή κατά του Αντιόχου. Στην Απάμεια, την πόλη που είχε χτίσει ο προπάππος Σέλευκος με τ’ όνομα της γυναίκας του, της προγιαγιάς Απάμας, Περσίδας πριγκίπισσας από τη Σογδιανή, κόρης του Σπιταμένη, υπογράφτηκε η συνθήκη που έβαζε τέλος στην κυριαρχία των Σελευκιδών στη Μικρά Ασία.

Αλλά και πριν την αποφασιστική αυτή μάχη, ο Άτταλος είχε ήδη αναδειχθεί σε αρχιδιπλωμάτη. Αυτός ήταν ο εξ απορρήτων του Ευμένη που είχε προηγουμένως ταξιδέψει στη Ρώμη σε ειδική αποστολή για να συνεννοηθεί με τους Ρωμαίους σχετικά με τον προελαύνοντα ξάδερφο, τον Αντίοχο.

Μετά τη Μαγνησία, πάντα στο πλευρό των Ρωμαίων πολέμησε τους Γαλάτες στη Γαλατία, εκεί που είναι σήμερα η Άγκυρα. Κι ύστερα τα ’βαλε με τον Πέρση Φαρνάκη Α΄, τον Βασιλιά του Πόντου, και τον νίκησε. Και πήρε εδάφη και τα προσάρτησε στο βασίλειό του.

Και ξαφνικά έρχεται η μαύρη είδηση: ο Ευμένης, καθώς γύριζε από ταξίδι του στα ξένα —είχε πάει για δουλειές στη Ρώμη— του επιτέθηκαν στο δρόμο και τον σκότωσαν! Μεμιάς ο Άτταλος παντρεύεται τη Στρατονίκη, χήρα, πια του αδελφού του. Και γίνεται ο Βασιλιάς της Περγάμου.

Έλα όμως που η είδηση ήταν ψευδής. Φέικ. Κι ένα ωραίο πρωί, να ’τον μπροστά στην πύλη στο παλάτι ο Ευμένης. Οι φρουροί αλαλιάστηκαν. Τρέξαν ο Άτταλος και η Στρατονίκη.

– Αδελφέ μου, τι έγινε;
– Μη συζητάς. Θα σας τα πω. Βάλτε θερμοσίφωνα.

Τον πλύναν, τον περιποιήθηκαν, τον φέραν στα ίσια του, κι αμέσως ο Άτταλος, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, χωρίζει τη Στρατονίκη και ανακηρύσσει Βασιλέα ξανά τον Ευμένη! Τέτοια αγάπη και μυαλό.

Και στο μεταξύ κέρδιζε την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό των Ρωμαίων. Στα όπα όπα τον είχαν. Και φυσικά δεν άργησαν να επιχειρήσουν να τον βάλουν στο λούκι.

– Μα τι ωραίο βασίλειο που έχετε!
– Να ’στε καλά.
– Και τι σώφρων άνθρωπος που είστε!
– Καλοσύνη σας.
– Μια χαρά δεν τα συνεννοούμαστε; Φανταστείτε τι ωραία θα περνούσαμε αν ήσασταν εσείς ο Βασιλέας της Περγάμου. Τι ισχύς, τι ευμάρεια! Τι όμορφο μέλλον για τις πατρίδες μας!
– Η Πέργαμος έχει Βασιλέα. Τον Ευμένη.

Τους το ξέκοψε ο Άτταλος αποφασιστικά. Ούτε να το συζητάτε. Αυτά δε γίνονται.

Ό,τι δε κατάφεραν οι Ρωμαίοι, το ’φερε η ζωή. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, πάει ο Ευμένης. Απέθανε. Στ’ αλήθεια αυτήν τη φορά. Ο ανιψιός, ο Άτταλος ο Τρίτος, ο γιος του Ευμένη, ήτανε παιδαρέλι. Τι κάνουμε τώρα; Αμ, ξέραν τι να κάνουν. Το ’χαν ξανακάνει. Μια και δυο ξαναπαντρεύεται ο Άτταλος τη Στρατονίκη, και γίνεται αυτός Βασιλέας. Χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Ούτε κιχ δεν ακούστηκε.

Και συνέχισε το έργο τού Ευμένη. Με τη βοήθεια και των Ρωμαίων, έκανε την Πέργαμο μεγάλη και τρανή. Την οδήγησε στο μεγάλο της απόγειο. Ο στόχος τους, των δύο αδελφών, ήταν να κάνουν την πόλη τους μια δεύτερη Αθήνα. Πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κέντρο του Ελληνικού κόσμου. Αναδιαμόρφωσαν την Ακρόπολή της με πρότυπο την Ακρόπολη της Αθήνας. Γέμισαν με δώρα τους Δελφούς και τη Δήλο. Η Βιβλιοθήκη της Περγάμου έγινε ξακουστή, η δεύτερη μετά τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Η πόλη έγινε το μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής περγαμηνής – λέξη που βγαίνει από την «περγαμηνή τέχνη». Έτσι ονομάστηκε η νέα τεχνική που επινοήθηκε στην Πέργαμο και παρήγε φθηνό υλικό για γράψιμο, πολύ φθηνότερο από τον αιγυπτιακό πάπυρο.

Βασίλεψε για το υπόλοιπο της ζωής του ο Άτταλος. Πέθανε πλήρης ημερών. Ογδόντα δύο χρονών, το θηρίο. Και τον διαδέχτηκε ο ανιψιός. Ήσυχα και αναίμακτα και πάλι.

Όσο ήταν ακόμη Βασιλέας ο Ευμένης, είχε δωρίσει στην πόλη των Αθηνών μια ωραία στοά με τ' όνομά του: τη Στοά του Ευμένους. Εκεί στέκονταν οι θεατές που περίμεναν να μπουν στο Θέατρο του Διονύσου. Κι εκεί φύλαγαν οι θεατράνθρωποι τα σκηνικά τους.

Σαν έτοιμος λοιπόν από καιρό, από τα πρώτα κι όλας χρόνια της δικής του βασιλείας, ο Βασιλεύς Άτταλος ο Δεύτερος της Περγάμου, ο Φιλάδελφος, θα ξεκινούσε το κτίσιμο της δικής του περίτεχνης Στοάς στην Αγορά των Αθηνών: της Στοάς του Αττάλου. Ένα διώροφο —κι όχι μονόροφο, όπως ήταν το σύνηθες— επιβλητικό κτήριο. Πού; Μα στο κεντρικότερο σημείο: στην ανατολική πλευρά της Οδού των Παναθηναίων, εκεί απ’ όπου περνούσε και η πομπή τής πιο μεγάλης γιορτής της πόλης, εξ ου και τ’ όνομα του δρόμου. Στο ισόγειο η εξωτερική κιονοστοιχία ήταν δωρική και η εσωτερική ιωνική – συνηθισμένο κόλπο κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, ενώ στον όροφο ήταν η εξωτερική ιωνική και η εσωτερική περγαμηνή. Με καταστήματα κάτω και πάνω. Ήταν το μεγαλύτερο κτήριο των Αθηνών και όλης της Ελλάδος. Όλη από πωρόλιθο, με κατώφλια, ορθοστάτες, παραστάδες και κίονες από λευκό πεντελικό μάρμαρο. Ο μεγαλύτερος χώρος για συνάντηση, κουβεντολόι και εμπόριο. Το κέντρο του κέντρου.

Κι έβαλε να σκαλίσουν: «Βασιλεύς Άτταλος Αττάλου και Βασιλίσσης Απολλωνίδος». Ο Βασιλεύς Άτταλος, ο γιος του Αττάλου και της Βασίλισσας Απολλωνίδος.

Αγαπημένη οικογένεια.










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...