Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Bremen



Από το παλιό σαξονικό και μεσαιωνικό γερμανικό brem, αυτό που στα αγγλικά είναι brim. Χείλος. Άκρια. Brema, Bremae και Bremun. Αυτό το τελευταίο φαίνεται να είναι τοπική – πτώση που δεν υπάρχει πια. Όπως Αθήνησι. Οι σλαβικές, ας πούμε, γλώσσες τη διατηρούν. Πτώση που απαντάει στο πού. Με τον καιρό αντικαταστάθηκε από δοτική. Κι ύστερα την ξεχάσαμε κι αυτή, και σήμερα χρησιμοποιούμε αιτιατική. Στην Αθήνα.

Bremen. Στο χείλος, στην άκρη. Του ποταμού, δηλαδή. Του Βέζερ. Στη βορειοδυτική Γερμανία. Κοντά στη Βόρειο Θάλασσα. Εξήντα χιλιόμετρα από τις εκβολές. Bremen.

Βρέμη.

Τι σε νοιάζουν τώρα όλ’ αυτά, άμα είσαι εικοσιενός και κυβερνάς ένα B-17. Αλλού τον έχεις τον νου σου. Στο Ιπτάμενο Φρούριο. Boeing B-17 Flying Fortress. Το πουλάκι τού William E. Boeing. Από το γερμανικό Böing, που έρχεται από τα Ουαλλικά. Από το γνωστό μας Owen. Κι αυτό από το Owain και το Eugen. Δηλαδή, Ευγένιος. Από καλή γενιά.

Στρατηγικό όπλο το Μπόινγκ. Τέσσερεις κινητήρες, εικοσιτρία μέτρα αεροπλάνο. Και πλήρωμα δέκα παιδιά. Κυβερνήτης και συγκυβερνήτης δύο, πλοηγός και ασυρματιστής άλλοι δύο, κι άλλοι έξι στις βόμβες και στα πολυβόλα —στη μούρη, στην ουρά, πάνω στον πύργο, στην κοιλιά, κι από ένας σε κάθε πλάι— παντού κι από ’να παιδί με πολυβόλο.

Είναι η πρώτη σου αποστολή. Δεν έχεις ξαναπάει κυνήγι. Και για να τους πάρεις των δικών σου τον αέρα, τι να πεις, ότι είσαι εικοσιενός; Εικοσιέξι έχεις πει. Εντάξει. Όχι πως θα χρειαστεί να επιδείξεις και καμιά δεξιοτεχνία. Σε σχηματισμό θα πετάξεις. Κι ούτε ένα και δύο. Εκατοντάδες αεροπλάνα. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Εικοσιέξι τόνοι θηρίο, και πρέπει να ’ρθείς να ευθειαστείς με το στόχο από κάτω σου για να το ρίξεις το πακέτο και να ’χει και αποτέλεσμα. Άρα θα πρέπει να πετάς ομαλά, χωρίς ελιγμούς και πέρα δώθε. Οπότε θα είσαι η χαρά τού αντιαεροπορικού. Θα σημαδεύει αυτός με την ησυχία του, κι εσένα θα σου ’ρχονται τα ογδονταοχτάρια, το ένα πίσω από το άλλο, και θα 'ναι όλα δικά σου.

Και σήμερα πηγαίνουν όλα στραβά. Από την αρχή. Με το καλημέρα, σ’ έχει βρει ένα από δαύτα στο κάτω ρύγχος, μπροστά, στο πλεξιγκλάς, και τα ’χει κάνει μαντάρα. Ωραία. Κι επίσης έχεις χάσει τον δεύτερο κινητήρα. Μια χαρά. Και τέλος έχει χτυπηθεί κι ο τέταρτος. Που δουλεύει ανεξέλεγκτα, στο κόκκινο, και πρέπει να του κόψεις τα γκάζια μη σου καεί. Άρα συνολικά έχεις ξεμείνει από ισχύ. Γενικώς ειπείν.

Κακό αυτό.

Τι κάνεις τώρα; Ν’ αδειάσω τουλάχιστον τις βόμβες, λες. Άντε. Λίγο ακόμη και θα φανεί το εργοστάσιο από κάτω. Άντε και φτάσαμε. Εικοσιενός είσαι, είπαμε. Δεν πεθαίνεις εσύ. Φθάνεις και τις αμολάς. Ωπ! Κι αλαφραίνει το ρημάδι. Ναι, αλλά μόλις έχεις χάσει κι άλλον κινητήρα. Κι εξακολουθούν να σου 'ρχονται αντιαεροπορικά. Ενώ έχεις πια διαθέσιμη ισχύ κάτω απ’ το μισό. Κούτσα κούτσα πας. Δε μπορεί να σε περιμένει ο σχηματισμός. Βάλλονται. Άνθρωποι είναι κι αυτοί. Έχουν τις δουλειές τους να κοιτάξουν. Οπότε ξεμένεις εκτός. Μόνος σου.

Κι αυτό κακό.

Βέβαια, από την άλλη, μπορεί να ήσουνα ο κυβερνήτης ενός Messerschmitt 109. Μαζί με τα Φόκε-Βουλφ, η ραχοκοκαλιά της Λούφτβάφε. Σχεδιασμένο απ’ τον Βίλι Μέσερσμιτ. Τον Βίλι Μαχαιρά. Mezzer το μαχαίρι, στα παλιά γερμανικά. Και schmitt όπως smith. Από το smið και smiðr και smid. Τεχνίτης. Μάστορης. Από το *smi-, κόβω, δουλεύω με κάτι κοφτερό. Από κει που βγαίνει και η σμίλη.

Υδρόψυκτο, μονοκινητήριο το Μέσερσμιτ. Πλήρωμα, ένας και καλός. Εσύ. Κάπου εννιάμετρο σκάφος, τρεις τόννοι φορτωμένο, καύσιμα και όπλα, με δυο ζευγάρια δεκατριάρια πολυβόλα. Κι άλλο ένα ζευγάρι των είκοσι, κι ένα ζευγάρι τριαντάρια. Και ρουκέτες και βομπούλες στα φτεράκια. Οπλοστάσιο. Σφήκα.

Στα εικοσιοχτώ σου. Αληθινά εικοσιοκτώ. Κι έμπειρος. Παλιοσειρά. Και παρασημοφορημένος. Βετεράνος. Τετρακόσιες αποστολές ήδη. Έχεις στείλει κόσμο στον αγύριστο. Και σήμερα πετάς όλη μέρα. Από το πρωί, ίσαμε και πεντακόσια B-17 έχουν αφηνιάσει πάνω απ’ την πόλη. Του κόσμου η ζημιά. Έχεις κάνει ό,τι μπόρεσες. Θα κερδηθεί άραγε αυτός ο πόλεμος – κι αυτός ο κόμπος στον λαιμό; Κι εκεί που έχεις κατέβει γι’ ανεφοδιασμό, σφαίρες και καύσιμα, να πάρεις και μιαν ανάσα, εκεί λοιπόν που κάνεις το τσιγάρο, να ’σου ένα απ’ αυτά να πετάει από πάνω σου, χαμηλά, σακατεμένο.

Εσύ πάλι, με το B-17, τι αναφορά ζητάς; Θες κι αναφορά; Το αεροπλάνο διαλύεται, δε βλέπεις; Του φεύγουν κομμάτια. Με το ζόρι πετάει. Ο αέρας μπαίνει από παντού παγωμένος. Μέσα έχετε μείον εξήντα. Τα χειριστήρια και τα όπλα και οι σκανδάλες, είναι όλα στην κατάψυξη. Τίποτα δεν ακούει. Αν σου την πέσουν τώρα, όχι να τρέξεις να ξεφύγεις – ούτε να πολυβολήσεις δε μπορείς. Να πηδήξετε; Ο Γιελεσάνκο, ο Ρώσος, ένα θραύσμα του ’χει κάνει το πόδι σμπαράλια. Ούτε ο Μπλάκφορντ, ο Μπλάκι – αυτουνού τα ’παιξε η στολή του και του παγώσαν τα χέρια. Δεν τα νιώθει. Ο Πεσού, το Γαλλί, την έχει αρπάξει στο μάτι. Ο Έκι, ο σμηνίας στο ουραίο, ο Χιου Έκενρόουντ, αυτός τού φωνάζετε και δεν απαντάει. Κι έχεις φάει κι εσύ μία στον ώμο και θες νοσοκομείο. Με το ζόρι κρατάς επαφή. Ωραία. Κι ούτε καν μορφίνες μπορείτε να βαρέσετε. Έχουν παγώσει. Το συμπέρασμα εύκολο: να πηδήξετε, δε σας παίρνει. Συνεχίζετε, κι ό,τι κάτσει.

Εσύ, ο άλλος, με το που είδες τον Αμερικάνο να περνάει, έχεις τρέξει σφαίρα κι έχεις ορμήξει στο Μέσερσμιτ. Ο σμηνίας ίσα που πρόλαβε να ξεκουμπώσει τη μάνικα με τα καύσιμα. Ήδη τροχιοδρομείς. Να προλάβεις. Να το σηκώσεις. Κι εξακόσια την ώρα πάει αυτό. Δαίμονας. Ο άλλος σέρνεται. Θα τον φτάσεις. Δεν υπάρχει περίπτωση.

Γουίλιαμ Μπόινγκ, και Βίλι Μέσερσμιτ. William και Wilhelm. Και Guillaume. Από το willio της θέλησης και το helma της προστασίας. Από την αρχαία ρίζα *kel-, απ' όπου βγαίνει το helmet, το κράνος. Και το καλύπτειν. Και το κέλυφος. Γουλιέλμος. Ο αποφασισμένος προστάτης. Ο πολεμιστής με τη σιδερένια θέληση.

Τον έχεις τον Αμερικάνο. Τον έφτασες. Η ουρά του στο στόχαστρό σου. Όπου να 'ναι θα σε πάρει είδηση. Περιμένεις. Και μόλις οι κάννες του σηκωθούν να σε κοιτάξουν, θα τον ρημάξεις. Θα είναι το εικοστό ένατο, αν μετράμε σωστά, έτσι δεν είναι; Το υπ’ αριθμόν είκοσι εννέα αεροπλάνο που ρίχνεις.

Αλλά οι κάννες στο ουραίο του παραμένουν κρεμασμένες. Κοιτάνε τη γη. Του Έκι, του σμηνία Έκενρόουντ, του πολυβολητή, του λείπει το κεφάλι. Τον έχει βρει το βλήμα και τον έχει κόψει. Καταδιώκεις ένα νοσοκομείο. Που διαλύεται.

Αλλάζεις θέση και πετάς δίπλα απ' τον Αμερικάνο. Ώρα τρεις. Δεξιά του. Σε κοιτάζει. Τον κοιτάς. Κλείνει τα μάτια και τα ξανανοίγει. Του κάνεις νοήματα. Δεν ανταποκρίνεται. Ζήτημα τι καταλαβαίνει. Δε βγαίνει άκρη. Παραμένεις δίπλα του. Όσο τα αντιαεροπορικά έχουν εσένα εκεί, δε θα σας ρίξει κανείς. Τον βγάζεις εκτός – να σας χάσουν τα παράκτια. Σε σχηματισμό οι δυο σας. Και μόλις αυτός είναι ασφαλής, χαιρετάς, βουτάς από την άλλη κι επιστρέφεις.


***


Ο Charles Lester Brown έκανε καριέρα, σπίτι, έκανε οικογένεια. Έκανε εγγόνια. Και τον αναζητούσε – ποιος να 'ταν ο άλλος. Έβαζε αγγελίες. Και κάποτε κάποιος ανταποκρίθηκε. Ένας Franz Stigler. Κάπου στον Καναδά. Με καριέρα και σπίτι και οικογένεια κι αυτός. Κι εγγόνια. Ήξερε για τον Έκι στο ουραίο. Ήξερε για τους χτυπημένους, έναν έναν. Ήξερε λεπτομέρειες, πολλά, τόσα που κανείς άλλος δε μπορούσε να ξέρει. Ούτε καλά καλά η Υπηρεσία. Αυτός ήταν. Ο Φραντς.

Αντάμωσαν. Οι γυναίκες τους γίνηκαν κολλητές. Κι ο εφιάλτης – είχε έναν εφιάλτη ο μικρός, ο Τσάρλι, ότι πέφτεις, λέει, και χάνεσαι, και σε καταπίνει το τίποτα, δε θυμόταν από πότε τον είχε, πεταγόταν τις νύχτες. Πάει, ο εφιάλτης εκείνος χάθηκε.

Οι δυο τους συνέχισαν να ξεγελούν για κάμποσα ακόμη χρόνια. Ώσπου έφτασε η ώρα. Φύγαν την ίδια χρονιά, πρόσφατα, το 2008. Μάρτιο ο μεγάλος, κι ακολούθησε τον Νοέμβρη ο μικρός. Σε σχηματισμό. Πάντα.

Είχαν γνωριστεί σαν σήμερα. Είκοσι Δεκέμβρη τού ’43.







Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...