Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κόκορας


Ένας κόκορας ολάσπρος
με ψηλό λειρί,
καμαρώνει και φουσκώνει
και λιλιά φορεί,
και θαρρεί πως το κοτέτσι
μόλις τον χωρεί.

Έτσι τον είχε δει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ψηλά Βουνά, 1918. Οι νοικοκυραίοι παίρνουν είδηση που λείπουν οι κότες, αλλά επαφίενται στον κόκορα που έχουν φέρει μαζί τους. Αναγνωστικό τής Γ΄ Δημοτικού. Συντακτική επιτροπή του βιβλίου; Ἀνδρεάδης, Δελμούζος, Νιρβάνας, Παπαντωνίου και Τριανταφυλλίδης.

Σαν τα κοκόρια ένα πράμα. Που, όπως και οι κότες, είναι ηχομιμητικό – κικιρίκου και κοκοκό, ορίστε, κόκορας. Το λέει και η λέξη. Όχι βέβαια πως οι λέξεις λένε αυτό που λένε, ακόμη κι όταν είναι ηχομιμητικές. Ας πούμε οι γερμανικοί κόκορες φωνάζουν αλλιώς, kikeriki σου λέει, κύριε, δεν το ακούς; Και οι αγγλοκόκορες, σιγά μην φωνάξουν όπως ο υπόλοιπος κόσμος. Όοοοχι: cock-a-doodle-doo. Κουφός είσαι, φίλε; να ’το, απ’ τη ζωή βγαλμένο.

Οπότε, αφού έτσι κι αλλιώς δε θα συνεννοηθούμε, ο καθένας ό,τι θέλει λέει κι όπως θέλει το ακούει, πες το και συ πετεινάρι, να ξέρουμε τι μας γίνεται. Πετεινάρι. Πετεινός. Που, δηλαδή, μπορεί να πετάξει. Που πετάει. Πτηνόν. Πτήσις, πέτομαι, πτερόν, πίπτω, πτώμα – άσε, πολύ με στενοχώρησες τώρα. Για πετεινά μιλούσαμε, σε πτώματα καταλήξαμε. Πολύ με στενοχώρησες.

Αλέκτωρ, φίλε. Αλέκτωρ. Τι έχει, δηλαδή; Ούτε κρωξίματα, ούτε πετάγματα, ούτε ήχοι, ούτε πτώματα. Τίποτα. Αλέκτωρ σκέτος. Αμέ. Αλέκω και αλέξω. Απομακρύνω. Ο αποκρούων. Ο διώχνων. Σαν το κοκόρι. Για καυγά. Είχα έναν φίλο άχρηστο, που έλεγε πάντα σαχλαμάρες, μια κουβέντα σοβαρή δεν το ’χε, και πάντα η κόρη του τσαμπουκαλευόταν για πάρτη του, μια αλητεία, μια παλιόγλωσσα η μικρή, ένα θράσος, απαπα, σου ’κανε το μαύρο άσπρο, και τους είχαμε βγάλει τ’ όνομα: ο Σάκης και η κοκόρη. Πολύ γέλιο.

Αλέκτωρ. Ο απομακρύντωρ. Από το ίδιο υφαντό που αν το τινάξεις, και τι δεν ξεπετιέται: αλκαίος, αλκίνοος, άλκιμος, έπαλξη, αλκμήνη, αλκιβιάδης, το αλκτήριον, αυτό που σε προστατεύει, το φάρμακο δηλαδή. Αλκ- και αλεκ-, μπλέκονται οι δύο μορφές και το αλκτήριον γίνεται αλέξημα, που και πάλι φάρμακο θα πει. Κι από την άλλη διπλωσιά τού ίδιου υφαντού ο αλεξίσφαιρος, το αλεξιβάσκανο, το αλεξίπτωτο, το αλεξικέραυνο, το αλεξιβρόχιο, το αλεξήλιο – πες μου από τι θες να φυλαχτείς, βάλε το αλεξ- μπροστά, και το ’χεις: αλεξίκακος για το κακό, αλεξίπονος για τους πόνους, αλεξίμορος για τον θάνατο.

Άντε, πάλι με στενοχώρησες. Φαίνεται ότι από δω το ’χουμε, από κει το ’χουμε, πολύ απασχολητικό είναι αυτό το ζήτημα. Θα μου πεις, δεν είναι;

Ποιος ξέρει. Άλλος έβλεπε τα ζητήματα σαν μασκαρεμένες απαντήσεις.

Αλέξανδρος.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...