Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νάρθηξ




Φυτό ήταν αυτό, ο νάρθηξ. Κι ακόμη είναι. Ferula communis. Φέρουλα η κοινή. Μετά σίγησε το νι το αρχικό, κι έγινε και άρτηκας. Ένα πράμα με ταξιανθίες κίτρινες, όμορφες, συγγενικό με το σέλινο και τον άνηθο. Και τον μαϊντανό. Ξαδερφάκια. Δηλητηριώδες όμως – δεν παν να το φαν τα ζωντανά. Και με βλαστούς γερούς – ώς και μπαστούνι μπορείς να τον κάνεις. Γερός μεν, μαλακός δε. Βλαστός για κόλπα. Νάρθηκα συμβούλευε ο Διόνυσος να ’χουν αντί για μπαστούνια οι πότες. Μεθύσι και μπαστούνι αληθινό, σου λέει, δεν πάνε μαζί. Εσείς θα σκοτωθείτε, ικανούς σας έχω. Νάρθηκες θα κρατάτε για θύρσους. Αντέχουν μια χαρά, γερά ξύλα, αλλά ελαφριά, ψεύτικα – δε μπορούν να κάνουν κακό σε άνθρωπο.

Το μάθαν το κόλπο κι οι δάσκαλοι τότε τα αρχαία τα χρόνια, και τα περιποιούνταν τα παιδιά με τους νάρθηκες. Φασαρία, τσούξιμο, κλάματα, αλλά πραγματική ζημιά δε μπορεί να κάνει το καημένο. Και τα χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι φαντάροι για εξάσκηση, για να μην τραυματίζονται με αληθινά ματσούκια.

Ε, σε νάρθηκα έκρυψε κι ο Προμηθέας τη φωτιά να τη φέρει στους ανθρώπους – πού να την έκρυβε. Γιατί έχει μέσα ψίχα ο βλαστός και την κρατάει τη φωτιά, σα φυτίλι. Και σε νάρθηκα κρύψαν οι καλόγεροι του Ιουστινιανού τον μεταξόσπορο, και τον φέραν στο Βυζάντιο, άσε, και βάζαν μεταξωτά πια όλες οι αρχοντοπούλες και τα βασιλόπουλα, κι από κει ξεχώριζες ποιος ήταν ποιος.

Είχε έρθει και λεγόταν νάρθηκας η θήκη γενικότερα. Εκεί φύλαγε ο Στρατηλάτης την Ιλιάδα και την έβγαζε και μελετούσε. Ήταν η εκ νάρθηκος έκδοση, με τις σημειώσεις και τα σχόλια του Δασκάλου του, να συνέρχεται το μυαλό του από την οχλοβοή και τον αχό τής διακυβέρνησης.

Και νάρθηκα είπαν και την πέδη. Το κανάλι. Αυτό που υποβαστάζει και συγκρατεί. Βάζεις, ας πούμε, νάρθηκα να κρατάς το κάταγμα στα ίσα του, ή την άρθρωση να κρατηθεί στη θέση της, να ’ρθεί να δέσει, να γειάνει.

Πού να ’ρχεται η λέξη, ποιος ξέρει. Χάνεται στα βάθη. Έχει ένα ρήμα, ναρθακιάω, και λέει μήπως υπήρχε αμάρτυρο, *νάρθαξ κι από κει το α έγινε η στην ιωνική, νάρθηξ – τρέχα γύρευε. Και μήπως το αρχαίο ινδικό nada, το καλάμι, σήμερα नाड़ा, που θα πει κάλαμος της ζωγραφικής, και το λιθουανικό nendre, που θα πει καλάμι, μήπως σχετίζονται. Δεν ξέρουμε με σιγουριά.

Μαγκούτα. Κουφόξυλο. Κι έτσι λέγεται. Για να επιμείνει εν τέλει ο νάρθηξ στη σημασία τού κουτιού, της θήκης. Του περιέκτη. Το συναντάμε στους αρχαίους αρωματοποιούς και ψευτογιατρούς, στους μυρεψούς, που φτιάχναν και πουλούσαν μύρα, και λιβάνια κι αλοιφές, και τα φυλάγαν σε νάρθηκες και σε αλάβαστρα.

Και η σημασία του περιέκτη να εγκατασταθεί και στη συγγραφική. Μεταφορικά. Σαν να λέμε πανδέκτης. Summa. Ο Ανδρέας ο Καρύστιος, ο γιατρός του Πτολεμαίου Δ΄ του Φιλοπάτορος, συνέγραψε το μέγα Φαρμακογνωστικόν του και το ονόμασε «Νάρθηξ». Και ο Μαντίας ο Αλεξανδρεύς έγραψε την πρώτη γνωστή φαρμακοποιία, τον Νάρθηκα. Όλα τα πάντα για τα φάρμακα.

Και σαν περιέκτης και σαν τόπος που μπορούν τα πράματα να παραμείνουν για ένα διάστημα με σκοπό να δέσουν και να σιγουρέψουν, ο νάρθηκας εγκαταστάθηκε και στις εκκλησιές. Έγινε πρόναος. Ένας προθάλαμος, σε εγκάρσια διάταξη, στη δυτική άκρη, μεταξύ εισόδου και κυρίως ναού. Που καμμιά φορά επικοινωνούσε και με τα πλαϊνά κλίτη. Εκεί, στον χώρο αυτόν, στέκονταν οι κατηχούμενοι, γιατί τότε δεν έπαιζε νηπιοβαπτισμός. Δεν ήσουν μέλος της εκκλησίας από γεννησιμιού. Την γνώριζες πρώτα, κι αν ήθελες την επέλεγες και πήγαινες και ζητούσες να εισέλθεις. Κι ερχόσουν κι έμενες εκεί, στον νάρθηκα, και περίμενες. Και σκεφτόσουν.

Ή πάλι, μήπως είχες αμαρτήσει. Μήπως είχες υποπέσει. Μήπως ήσουν προσκλαίων. Μήπως είχες τους λόγους σου, πριν εισέλθεις, να το σκεφτείς και πάλι. Να συντονιστείς. Να συνέλθεις. Να πιάσεις το νήμα από κει που το ’χες αφήσει – να ξανανιώσεις τι σημαίναν όλα αυτά.

Σκεφτόσουν, λοιπόν. Και κοίταζες ψηλά. Τους θόλους. Τα τύμπανα πάνω από το κεφάλι σου. Τις περίτεχνες ζωγραφιές στα τόξα που με τη μελετημένη χάρη τους διοχέτευαν με ασφάλεια τις πιέσεις που ασκούνταν πάνω τους. Ανακουφίζοντας το ασήκωτο βάρος των υλικών.

Και το δικό σου.


-----------------------------------------

Εικόνα: οι θόλοι στον νάρθηκα της Αγια Σοφιάς στη Θεσσαλονίκη.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...