Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γαυγάμηλα

Σαν παιδικό παιγνίδι. Μπούγιο. Ορμάει η μία πλευρά, γκαγκάν γκαγκάν, και παρασύρει την άλλη να την αντιμετωπίσει, αλλά ο πραγματικός της στόχος είναι να τους ξεγελάσει τους απέναντι και να τους απασχολήσει ώστε να επιτεθεί αλλού. Κάπως έτσι.

Ἦγε δὲ ὡς ἐπὶ τὸ δεξιὸν τὸ αὑτοῦ Ἀλέξανδρος μᾶλλον, καὶ οἱ Πέρσαι ἀντιπαρῆγον, ὑπερφαλαγγοῦντες πολὺ ἐπὶ τῷ σφῶν εὐωνύμῳ. Μάλλον προς τα δεξιά οδηγούσε ο Αλέξανδρος τους δικούς του, και οι Πέρσες απάντησαν αντίστοιχα, υπερφαλαγγίζοντας με το αριστερό τους. Κάλπαζε αυτός προς τα δεξιά του, οπότε κι αυτοί από απέναντι κάλπαζαν προς τ’ αριστερά τους, να τον κλείσουν. Να τον σταματήσουν. Γιατί από βραδύς είχαν καθαρίσει όλη την πεδιάδα. Αποψίλωση. Ίσιωμα τού εδάφους. Να ’ναι καθαρό να μπορούν τ’ άρματά τους να τρέχουν. Και τώρα αυτός πήγαινε να βγει εκτός πεδίου.

Ενώ, βέβαια, εδώ και ώρα το δεξιό τους είχε πέσει πάνω στον Παρμενίωνα, στ’ αριστερά τής παράταξης του Αλεξάνδρου. Και τον είχε στριμώξει άσχημα. Βαστούσε και δε βαστούσε ο πιστός στρατηγός τού μπαμπά. Οι απέναντι ήταν πολύ περισσότεροι, ήταν έμπειροι, ήταν καλοί πολεμιστές, και τα πράματα ήταν δύσκολα.

Και στο κέντρο οι Πέρσες είχαν ορμήσει με τα δρεπανηφόρα. Εκεί τα πράματα παίζονταν. Όταν τα άρματα φτάναν στις γραμμές του Αλεξάνδρου, οι Έλληνες, ορμηνεμένοι, άνοιγαν, κι αυτά περνούσαν ανάμεσα. Κι ύστερα έκλειναν γύρω από το δρεπανηφόρο, και πάρ’ τον κάτω τον αρματηλάτη, πάρ’ το κάτω και το άλογο.

Το αριστερό του ζορισμένο, το κέντρο του να παλεύει και δεξιά, όπου βρισκόταν και ο ίδιος, να τού την έχουν πέσει. Αυτός όμως εκεί: καὶ Ἀλέξανδρος ἔτι ὅμως ἦγεν ἐπὶ δόρυ, καὶ ἐγγὺς ἦν τοῦ ἐξαλλάσσειν τὸν ὡδοποιημένον πρὸς τῶν Περσῶν χῶρον. Κόντευε πια να προσπεράσει τον ισοπεδωμένο χώρο και να βγει εκτός. Κι επειδή σου λέει ο Δαρείος, αυτοί άμα βγουν εκτός, εγώ τι κάνω μετά, έβαλε τους ιππείς τους δικούς του που ήταν παραταγμένοι μπροστά κι αριστερά του, να παν ακόμη πιο αριστερά τους, για να κυκλώσουν τους Έλληνες από τα δεξιά τους.

Αυτό ήταν. Αυτό περίμενε κι ο Αλέξανδρος. Αυτό προσπαθούσε τόσην ώρα. Να ανοίξει την αντίπαλη παράταξη. Τώρα που όλα της τα τμήματα ήταν απασχολημένα, το κέντρο της ήταν ελεύθερο. Αριστερή στροφή αυτός, από κει που ήταν, και πιλάλα. Με πίσω του τους Εταίρους κι όποιον άλλον είχε εκείνη την ώρα διαθέσιμο. Όρμησε σφήνα αλαλάζοντας πάνω στον ίδιο τον Δαρείο που πια ήταν ακάλυπτος. Ὣσπερ ἔμβολον ποιήσας τῆς τε ἵππου τῆς ἑταιρικῆς καὶ τῆς φάλαγγος τῆς ταύτῃ τεταγμένης ἦγε δρόμῳ τε καὶ ἀλαλαγμῷ ὡς ἐπὶ αὐτὸν Δαρεῖον.

Απρόσμενο. Μέσα στον γενικό χαμό, έχεις βρει ένα άνοιγμα, ο κόσμος γύρω σου χάνεται, αλλά εσύ ορμάς. Ο άνθρωπος είναι ζώο αγελαίο. Ψυχραιμείς, βρίσκεις πού είναι ο αρχηγός, μαζεύεις όλο σου το κουράγιο, πας καταπάνω του και του σπας το κεφάλι. Και η μάχη λήγει. Καὶ πάντα ὁμοῦ τὰ δεινὰ καὶ πάλαι ἤδη φοβερῷ ὄντι Δαρείῳ ἐφαίνετο, πρῶτος αὐτὸς ἐπιστρέψας ἔφευγεν. Είδε τον χάρο με τα μάτια του ο Δαρείος, κι ήταν ήδη φοβισμένος, κι έκανε πρώτος αυτός στροφή και τράπηκε σε φυγή.

Δεν τον κυνήγησε ο Αλέξανδρος. Είχε να γλιτώσει τον Παρμενίωνα πίσω του, που δε θα την έβγαζε καθαρή χωρίς βοήθεια. Κι επιπλέον είχε άλλο σχέδιο κατά νου. Εκείνο το πρωινό στα Γαυγάμηλα ήταν μόνο η αρχή. Όταν οι ίδιοι οι Πέρσες αργότερα δολοφόνησαν τον Δαρείο που πια ήταν ένας ηττημένος και αναξιόπιστος βασιλιάς, ο Αλέξανδρος κυνήγησε τους φονιάδες και τους εξετέλεσε. Πολεμούσε αλλιώς και για άλλους λόγους.

Στις Αιγές, μόλις πέντε χρόνια νωρίτερα, είχε θάψει τον πατέρα του σε μια τελετή που τα σύμβολά της δεν είχαν δει οι Έλληνες για αιώνες. Τον επόμενο χρόνο, στην Τροία, έκανε σπονδές στον τάφο του Αχιλλέα, ως συνεχιστής εκείνης της παράδοσης των Βασιλέων του Ομήρου. Ύστερα είχε περάσει από το Γόρδιο και είχε κόψει τον δεσμό. Και κατόπιν είχε πάρει την Τύρο, είχε καταλάβει την Αίγυπτο, είχε γίνει Φαραώ, κι είχε επισκεφθεί το μαντείο, βεβαίως ως γιός τού Άμμωνα-Ρα. Και είχε ιδρύσει και την Αλεξάνδρεια.

Ήταν ένα παιδί ο Αλέξανδρος. Ελεύθερο. Αυτός κι αν ήξερε από παιχνίδια.


----------------------------

Αποσπάσματα: Ἀρριανού, Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, 3.13.1-3.14.3






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...