Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νικολής














Νικολή, Νικολή, καπετάνιε ντερτιλή
μια και ήρθες απ' τα ξένα
για μολόγα μου και μένα,
πόσο πάει το φιλί;
Πόσο πάει το φιλί, στη Δύση στην Ανατολή;

Αυτός ήταν ο Δρόμος για τα Κύθηρα. Το 1973. Οδικώς πως. Πολύ πριν το Ταξίδι τού Αγγελόπουλου. Ένδεκα χρόνια πριν. Ήμασταν ακόμη στη Χούντα, στα τελειώματα. Ηλίας Λυμπερόπουλος τα στιχάκια. Και Γιώργος Κατσαρός η μουσική. Τραγούδι, ποιος άλλος, ο Μητροπάνος.

Ντερτιλής, ο ντερτιασμένος. Ο διατελών, τώρα ή συχνά πυκνά, εν καταστάσει ντερτιού. Dert, άμα κοιτάξεις το λεξικό. Ο πόνος. Η λύπη, η θλίψη. Εμείς, ως οι πλησιέστεροι συμπάσχοντες, το 'χουμε στο λεξιλόγιο: ο καημός, ρε παιδί μου. Κατάλαβες; Καίω και καύμα. Ντέρτι. Και ντέρτια και dertler. Εξ ου το ελληνοπρεπέστατον ντερτιλής, ο έχων καημόν βαρύν κι ασήκωτον. Ντερτιλής όπως μουστακλής, καραμανλής, μερακλής, μια χαρά ελληνικά. Τι, όχι;

Σε βλέπω και ξινίζεις τα μούτρα σου και δεν καταλαβαίνω. Παραλής, ρε παιδί μου. Χασικλής. Παντερμαλής. Bandırmalı, δηλαδή. Από την Bandırma, την Πάνορομο. Αρχαία ελληνικά κι αυτό, δεν κάνω πλάκα. Ο πανταχού εις προσόρμισιν επιτήδειος, λέει ο Πανταζίδης στο Ομηρικόν του. Που από παντού πας κι αράζεις μια χαρά. Όρμος ή λιμένας ασφαλής με κάθε καιρό. Τότε ήταν επίθετο. Ἀτραπιτοί τε διηνεκέες λιμένες τε πάνορμοι πέτραι τ' ἠλίβατοι καὶ δένδρεα τηλεθάοντα, γράφει ο Τυφλός. Τα μονοπάτια τα χωρίς τελειωμό, τα λιμάνια αγκαλιές, η πέτρα που μόνο ο ήλιος φτάνει και την περπατά και τα δέντρα που θάλλουν. Οι νεκροί, άνθη της αύριον. Είναι παλιό το λιμάνι.

Και το λιμάνι και η θάλασσα. Έτσι λεγόταν από πάντα. Χιλιάδες χιλιάδων χρόνια. Υπήρχε προ πάντων. Θάλασσα. Βλέπεις πώς έρχεται και δένει το σύμπαν όλο; Η πάνορμος μετά έγινε πόλη. Πολλές πόλεις. Και μια από δαύτες είναι η Bandırma που λέγαμε. Πάνορμος Κυζίκου. Νότια παράλια της Προποντίδας, κοντά 110 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη. Αλλά από πού ξεκινήσαμε; Α, ναι. Τον παντερμαλή και τον μουστακλή. Και τον ντερτιλή.

Που έγινε καπετάνιος και πήγε στα ξένα κι έκανε έρευνα αγοράς κι ήρθε να μας πληροφορήσει για το κόστος του φιλιού. Στην Αθήνα, αρχαία τουλάχιστον όσο κι η θάλασσα, το παίρνεις μάνι μάνι. Γενουάτικα. Χέρι χέρι. Τάκα τάκα. Μα στην Κρήτη, αρχαία κι αυτήν, και στη Μάνη, την πιθανότατα αλβανική, το πληρώνεις με στεφάνι.

Τώρα, ως προς το τελευταίο, το στεφάνι, είναι κι αυτός ένας τρόπος αποτιμήσεως των  πραγμάτων. Άλλος φιλάει και τον στεφανώνουν, κι άλλος φιλάει για να στεφανωθεί. Αλλά, εντάξει. Ήταν μια εποχή λίγο γαργαλισμένη. Τον πιάνουν τον άνθρωπο αυτά - μια ελευθερία, ένα πράμα, και το στεφάνι τού φαίνεται ως μπουγιουρντί. Να κι άλλη ελληνική λέξη. Διαταγή, θα πεί. Από το θέμα *buyur-, κι από κει buyurmak, διατάζω. Που σήμερα θα πει χαρτί της εφορίας, το μπουγιουρντί, είναι αυτό που σου 'ρχεται εγκεφαλικό και δεν έχεις να πληρώσεις. Ή θα πει καυτερός λογαριασμός, συνήθως σε φαγάδικο. Ή θα πει απλώς καυτερός. Μπουγιουρντί στ' αμερικάνικα, ας πούμε, άμα ρωτήσεις, θα σου πούνε, ξέρουν αυτοί, είναι λέει ένα γκρικ απετάιζερ, καυτερό, τζίζας κράιστ, φέτα λιωμένη, κασέρι, ντομάτα, ρίγανη, πάπρικες, μπαχάρια και μπόλικη πιπεριά. Ψημένο στον φούρνο και σερβιρισμένο στο αλουμινόχαρτο, να καίει κι έτσι, να καίει κι αλλιώς - απ' όπου κι αν το πιάσεις καίει. Χελ.

Διότι τι λέγαμε; Α, ναι. Το στεφάνι. Και ο καπετάνιος. Ο καπούτ κι ο καπουδάν. Καλά, από πού ξεκίνησε κι αυτός ο χριστιανός κι ήρθε Αθήνα κι ύστερα Μάνη και Κρήτη; Αλλά, καπετάνιος, θα μου πεις - εσύ δηλαδή που γυρίζεις κόσμο και ντουνιά, αλλά που ως ντερτιλής εμπλέκεσαι και με φιλιά, και ως ναυτικός τα εκλαμβάνεις ως ουάν νάιτ σταντ που λένε και στα χωριά, για πες μας σε παρακαλώ ποιοι είναι οι κανόνες εμπλοκής.

Δε βαρύνεσαι. Λέγεσαι όμως Νικολής. Νικόλαος. Αρχαίο κι αυτό. Νεότερο βέβαια της θαλάσσης, κατά πολύ. Αλλά και πάλι: νίκη του λαού και λοιπά. Νίκος και Νικολάκης. Και Νικόλ και Νικολέτα και Νικολόπουλος. Νικολαΐδης. Νικολάου. Ωπ! Και Κόλια. Είχα ένα θείο, πολύ γέρο, θειοπαππούς ήταν αυτός, Κόλια λεγόταν. Коля. Ρώσος. Συγκεκομμένος Νικαλάι. Николай, έτσι κάπως. Νικολάκης. Μωρό είχε έρθει στην Ελλάδα. Ρωσικά δε μιλούσε γρυ. Αλλά λεγόταν Κόλια κι αντί ωχ, έλεγε εχ, όπως λεν οι Ρώσοι.

-Έχ, βρε Θοδωρή, εχ, θα με σκάις.

Ο παππούς ο Κόλια. Ο Νικόλαος. Σαν Έλληνας ναυτικός τού Βόλγα. Эй ухнем. Σαν τον καπετάνιο, τον ντερτιλή, σε Δύση και σ' Ανατολή. Που ήξερε να μολογήσει για το φιλί.

Ε, κάποιος δεν πρέπει να ξέρει να μολογάει για φιλιά και θάλασσες; Και για φουρτούνες και τρικυμίες; Κάποιος δεν πρέπει να μπορείς να πάρεις ν' αποταθείς; Αυτά τα πράματα είναι τζαναμπέτικα - τι, να τα αντιμετωπίζεις μόνος σου;

Θες γλώσσα γρηγορούσα. Και θες τον Άη Νικόλα σου.


--------------------------------------

Chantraine, Μπαμπινιώτηδες, Πανταζίδης, Pape και διαδίκτυο. Και Όμηρος. Και Λυμπερόπουλος. Ελύτης και Σεφέρης. Και Ξενόπουλος.

Εικόνα: Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ ἐν Μύρις. Ανορθόγραφος ο μπαγάσας. Από κάποιο εργαστήριο της Θεσσαλονίκης, γύρω στα 1300. Σήμερα στο Βυζαντινό Βέροιας.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...