Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κίιθλιι

Ένα μέρος καταμεσής στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι. Αλλά καταμεσής όμως. Αν δηλαδή χαράξεις έναν σταυρό πάνω στο νησί, σαν να το σημαδεύεις, το Κίιθλιι είναι λες μες στη μέση. Εμπορούπολη από παλιά. Στις 17 Οκτωβρίου τού 1305 —άκου τώρα χρονολογία— ο Βασιλιάς, ο Εδουάρδος Α΄, είχε λέει δώσει μισθωτήρια άδεια —τσάρτερ το λέγαν αυτό— σ’ έναν τύπο και πολύ ιππότη, τον Ερίκο τού Κίιθλιι. Κι αυτός έφκιασε εκεί αγορά. Μάρκετ. Κι οι φορολογικοί κατάλογοι τού 1379 τα γράφουν χαρτί και καλαμάρι: 109 νοματαίοι, λέει, εκ των οποίων 47 ζευγάρια, αντρόγυνα, και 15 λύκοι μοναχοί.

Αυτά τα εγγλέζικα, γράφεις τη γλώσσα, την τότε, και προφέρεις σήμερα ό,τι να ’ναι. Keighley γράφεται αυτό. Θα σου πέρναγε απ’ το μυαλό να το πεις Κίιθλιι; Άσε ρε τα ψέματα που θα σου πέρναγε. Δεν υπάρχει περίπτωση. Εδώ σήμερα ακόμη Κονέκτικατ λέμε καημένε, ενώ είναι Κ(α)νέτικατ. Δεν το προφέρουν αυτό το κάπα πριν το ταυ, και το ο που δεν τονίζεται πάει για α. Είδες που δεν τα ξέρουμε; Και θα μου πρόφερες Κίιθλιι; Σιγά μη σκίσεις κάνα καλσόν.

Ορθογραφικό βάθος λέγεται αυτό, φίλε μου. Άλλοτε απύθμενο, άλλοτε όχι και τόσο. Είναι που βάνουμε και μετράμε κατά πόσο μπορείς από ένα γραπτό και χωρίς να γνωρίζεις μια γλώσσα, χωρίς δηλαδή να έχεις ακούσει την κάθε λέξη προηγουμένως, κατά πόσο μπορείς να προφέρεις αξιοπρεπώς. Εντάξει, πάντα υπάρχει απόσταση – άλλο το γραπτό κι άλλο ο προφορικός λόγος που καλπάζει κι εξελίσσεται. Και βέβαια στις γλώσσες που γράφονται με ιδεογράμματα, δεν τίθεται ζήτημα αντιστοίχισης γραπτού με προφορικό – το ξεχνάμε. Αν δεν ξέρεις, δε θα προφέρεις τίποτε. Αλλά από τις γλώσσες που γράφονται με γράμματα, σε μερικές το γραπτό σε οδηγεί με σταθερούς κανόνες στο προφορικό. Αν δηλαδή μάθεις πέντε - δέκα από δαύτους, το ’χεις. Όπως ας πούμε στα τούρκικα, ή στα ιταλικά, ή στα φινλανδικά. Άμα έχεις μάθει τα πώς και τα γιατί, σχετικά εύκολα αρχίζεις να προφέρεις.

Το ξέρω, θα την πεις τώρα, έτοιμος είσαι, όχι, να μη βιαστείς να την πεις – πολύ σε παρακαλώ. Καθόλου δεν είναι τα ελληνικά σ’ αυτήν την κατηγορία, την εύκολη. Αντιθέτως είναι πολύ ναρκοπέδιο. Διότι άλλο κ το κήτος, κι άλλο κ ο κάλος, αλλά γράφονται το ίδιο κ. Άλλο χ το χέρι κι άλλο χ ο χάρος, κι αυτά το ίδιο χ γράφονται. Και λέμε τώρα για τα προβλέψιμα, αυτά που έχουν κανόνες – τους μαθαίνεις και ξεμπερδεύεις. Αλλά, δε μου λες σε παρακαλώ, όταν δεις ντ, τι θα προφέρεις; d, nd ή nt; Δε λέμε φίλdισι, αλλά αndέχω; Και δε λες και κλιnt ίστγουd; Και δεν τα γράφεις όλα με αυτό το ντ σου, και πρέπει απλώς να ξέρεις τι πρέπει να προφέρεις κάθε φορά;

Ωραία. Αρχίζουμε να συνεννοούμεθα. Ε, λοιπόν τα ελληνικά, σύμφωνα με αυτή τη διάκριση, είναι γλώσσα μετρίου ορθογραφικού βάθους. Δεν είναι δα και χάος, αλλά έχει τα ζόρια της. Ε, κατά την ίδια διάκριση, τα αγγλικά είναι βάθος αμέτρητο. Δεν έχεις την παραμικρή ελπίδα. Μόνο άμα έχεις ακούσει μια λέξη πώς την προφέρουν, μόνο τότε μπορείς να ξέρεις με βεβαιότητα πώς να την προφέρεις και συ. Ή άμα ξέρεις και διαβάζεις τα φονέτικς στο λεξικό. Που βεβαίως, ακόμη κι όταν ξέρεις τι πρέπει να προφέρεις, είναι ζήτημα τι θα καταφέρεις στο τέλος να πεις, αχαχαχα, αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο, κι ας μην μπούμε σ’ αυτά τα νερά τώρα.

Κίιθλιι, λοιπόν, μεγάλε. Πώς ήρθε σήμερα στο μυαλό; Να, γιατί από κει ήταν ο Χέιστινγκς Μπέρτραντ Λίις-Σμιθ, ο αρχηγός των Λέιμποουρς στο βρετανικό παρλιαμέντο – ήταν αυτός που πήρε πρώτος τον λόγο αμέσως μετά τον Τσόρτσιλ, και είπε ότι το κόμμα του θα τον στήριζε τον Τσόρτσιλ, κι ότι ήταν εμπνευσμένος λέει ο λόγος του, του Τσόρτσιλ, που μέσα σε τέσσερεις πέντε μόνο μέρες πρόλαβε και την εντολή να πάρει από τον Βασιλέα, τον Γεώργιο ΣΤ΄, κι είχε ήδη φτιάξει πολεμική κυβέρνηση, στο άψε σβήσε, πέντε υπουργούς πολεμικό συμβούλιο κι άλλους καμιά εξηνταριά συνολικά ήταν το κάμπινετ, του κόσμου τους υπουργούς είχε βρει μπροστά του κι άντε τώρα να φτιάσεις πολεμική κυβέρνηση εθνικής ενότητας και να μη σπάσουν αυγά και να ’ναι όλοι καταχαρούμενοι και κατευχαριστημένοι, και μαζί και αποτελεσματικοί και να δουλέψουν με όλες τους τις δυνάμεις. Κάτι σαν καλή μαγειρική: το καλύτερο το φαΐ να το φτιάξεις μόνο με ό,τι έχει ήδη μέσα το ντουλάπι. Και σε όλους να αρέσει, και τίποτα να μην πάει χαμένο. Για να σε δω!

Ενθουσιάστηκε, που λες, με τον Τσόρτσιλ, αυτός ο Λίι-Σμιθ. Γιατί λίγα χρόνια προηγουμένως, κι ενώ η Ευρώπη ρουφιόταν από τη δίνη, τον είχε επισκεφτεί ένας Γερμαναράς, κολλητός τού Φίρερ, και μιλάγαν οι δυο τους, ο Λίι-Σμιθ και ο Γερμανός, και του ’λεγε ο Γερμανός τού Εγγλέζου, μα δε βλέπεις, του ’λεγε, ο Φίρερ μας μας οργανώνει. Ένα μυαλό και μια ψυχή! Αυτό είναι το ζητούμενο!

Κι ήταν λέει πανευτυχής ο Λίι-Σμιθ γιατί, ορίστε, λέει, η δημοκρατία με το που παρέστη ανάγκη, συνταίριαξε πανάξια τα υλικά κι έφτιαξε κι αυτή ένα μυαλό και μια ψυχή, αριστοτεχνικά, και μάλιστα ελεύθερα, χωρίς γκλομπ και στρατόπεδα συγκέντρωσης κι εκτελεστικά αποσπάσματα. Κι ήταν τρισευτυχισμένος, ο Λίι-Σμιθ πάντα, και ψήφιζε Τσόρτσιλ και με τα δυο του τα χέρια ο καημένος, γιατί έτσι λέει η πανίσχυρη δημοκρατία θα κατάφερνε πολύ περισσότερα και πολύ σπουδαιότερα και καλύτερα από τα αίσχη που είχε ήδη διαπράξει ο Χίτλερ στην Πολωνία και στην Τσεχοσλοβακία, αλλά και μες στο ίδιο του το σπίτι, στη Γερμανία.

Βέβαια. Το φύλαγε ο Λίι-Σμιθ γιατί τόσα χρόνια αυτός ο Καγκελάριος της Γερμανίας περιγελούσε και χλεύαζε τα Κοινοβούλια, κι ιδιαίτερα το βρετανικό, ότι και καλά ήταν παρηκμασμένο και άχρηστο και διεφθαρμένο, και το κυκλοφορούσε το σύνθημα, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή, κι όλο και τσιμπούσε οπαδούς, κουρασμένους, αποκαμωμένους από τις δυσκολίες της δημοκρατίας, ανυπόμονους, αποθαρρημένους – βλέπεις αυτά πούλαγε ο λαοπλάνος ο Γερμανός Καγκελάριος. Τρόμο πούλαγε και μαζί και τέτοια, κατάλαβες; Λαγούς με πετραχήλια. Λύσεις αστραπή. Και σήμερα ο Λίι-Σμιθ ήταν όλος χαρά. Είχε βγει ο Τσόρτσιλ και είχε υποσχεθεί όλα τα αληθινά καλά: αίμα, μόχθο, δάκρυα κι ιδρώτα. Τριακόσια ογδόντα ένα - μηδέν ήταν τα ναι και τα όχι στο πάρλιαμεντ. Δεκατρείς Μαΐου τού χίλια εννιακόσια σαράντα, ημέρα Δευτέρα. Τρεις το μεσημέρι.

13 Μαΐου τού 2023 σήμερα, κι είχε ηλιοφάνεια το Κίιθλιι – όλη μέρα, έτσι λέει η Γκουγκλ. Και 17°C. Εντάξει. Δεν το λες καλοκαίρι αυτό, αλλά δεν είναι κι άσχημα. Κι είναι πάντα εμπορούπολη. Το Κίιθλιι. Καμιά πενηνταριά χιλιάδες κάτοικοι τώρα πια.

Κάτι σαν Αγρίνιο, ξέρω ’γω.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...