Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Έμπορος

Στης Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό...

Έχει η Λάρισα ποτάμι που το λένε Πηνειό. Και κει πάει και το τραγούδι. Στης Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό, αν τυχόν και δε με θέλεις, κει θα πέσω να πνιγώ.

Ανεξόφλητα γραμμάτια είναι αυτά. Πιάνεις το αμάξι και πας στη Λάρισα. Μια λωρίδα δρόμος από δω και μια από κει. Με το ζόρι χωράς έτσι και διασταυρωθείς με φορτηγό. Περνάς δεν περνάς. Κάνεις τον σταυρό σου, καλού κακού.

Είναι μεγάλα αυτά τα τιμόνια και τα περισσότερα έχουν από τη μέσα μεριά εξογκώματα, δεν είναι λεία. Σαν κομπαλάκια. Για να βρίσκουν τα δάχτυλά σου να το κρατάνε το ρημάδι, να μη γλιστράει, γιατί είναι και βαρύ. Ξες βάρος που έχει αυτό το πράμα; Άντε να το στρίψεις. Και καλά όσο κινείται, αλλά άμα πηγαίνεις σιγά, η πίστη σού βγαίνει να το στρίψεις. Και οι ταχύτητες στο χέρι το δεξί. Ξέρεις πώς: ο αντίχειρας στο βολάν και τα τέσσερα δάχτυλα στο λεβιέ, τραβηχτό πίσω και πάνω και την έβαλες την πρώτη, και πας. Κι ύστερα για να βάλεις δεύτερη, πάλι ο αντίχειρας στο βολάν, κλείνουν τα δάχτυλά σου γύρω και πίσω από το λεβιέ και το κατεβάζεις τραβηχτό προς τα σένα και κάτω, και μπαίνει και η δεύτερη.

Με καρότσα πίσω το αυτοκίνητο, μπροστά η καμπίνα και πίσω το κουβούκλιο με τα πράματα και πας να πουλήσεις, από το ένα χωριό στο άλλο, έτσι είναι η διαδρομή, σταματάς και τσεκάρεις, ποιος θέλει τι, ποιος χρειάζεται, ποιανού υποσχέθηκες, τι θα του φέρεις, και ρουχαλάκια στο κορίτσι και κάνα κιλοτάκι από την Αθήνα, έτσι είναι οι έμποροι, την ξέρουν τη δουλειά, ξέρεις τι να φορτώσεις και πώς να πας στην πελατεία, κι έχεις και τα τυχερά σου άμα είσαι κι ωραίος και ψηλός, πού να ξεχωρίσει το κιλοτάκι από τον κομιστή του, μαζί παν αυτά, το φίλημα το ’χεις έτοιμο, σε περιμένει.

Ο καημός είναι μεγάλος, το ποτάμι είναι ρηχό. Δε γίνεται δουλειά έτσι, μεγάλο το κάθισμα του αυτοκινήτου, δεν έχει χωρισμό, ένα κάθισμα μεγάλο από τη μια ώς την άλλη, και για τους δυο μπροστά, οδηγό και συνοδηγό, αλλά πας μόνος σου, άδεια η διπλανή θέση, ποιος να κάτσει εκεί, ή μάλλον ποια να κάτσει και να μην την πάρει είδηση όλη η οικουμένη, δε βαριέσαι, δε χρειάζεσαι τέτοιες πολυτέλειες, οδηγείς και μοναχός σου, κι η δίπλα θέση αδειανή, μόνο το θερμός, τόσην ώρα στο δρόμο, κι αυτό ζεστάθηκε, πόσο ν’ αντέξει να κρατήσει το νερό κρύο.

Μεγάλο το τιμόνι, ως τα πόδια σου φτάνει, βλέπεις είναι τόσο βαρύ και δύσκολο που δε γίνεται να είναι μικρότερο – δε θα κατάφερνες να το στρίψεις. Κι η αντηλιά στο παρμπρίζ, άνοιξη πιάνει, κοίτα να δεις πώς ανοίγει ο καιρός και μυρίζουνε όλα και σκόνη σηκώνεται πίσω απ’ τ’ αμάξι, κίνησα από την Αθήνα για τη Λάρισα να βγω.

Είναι πολλά τα χρωστούμενα και πολλά που μένουν ανεξόφλητα κι αν αρχίσει το γραμμάτιο να περνάει από χέρι σε χέρι ποτέ δεν ξέρεις πού θα φτάσει, σε τι χέρια θα βρεθεί. Μπορεί και στην επόμενη γενιά, και στην επόμενη. Ποτέ δεν ξέρεις πού παν αυτά. Πρόσεχε το τιμόνι πρόσεξε πού πας. Πρόσεχε τη στροφή. Πρόσεχε. Μην τρέχεις.

Φέρτε ούζο του Τυρνάβου, να καθίσω και να πιώ. Κι όλη η Λάρισα να μάθει πως εγώ σε αγαπώ. Πήρε και να δύει ο ήλιος και μαλάκωσε η μέρα, το νερό ζεστό αλλά δε βαριέσαι, δεν έχει καλοκαιριάσει ακόμη για τα καλά, σκόνη έχει πολλή και τα μανίκια γυρισμένα στους αγκώνες, το σακάκι, ριχτό, δεν πας πουθενά χωρίς σακάκι, ας είναι και ριχτό, λευκό πουκάμισο, ιδρωμένο αλλά καθαρό, σκονισμένο, καθαρό.

Πιάνει λάστιχο στο δρόμο πιάνει λάστιχο στο δρόμο. Παφ κάνουν αυτά και σκάνε. Κλατάρουν. Κι αγωνίζεσαι να το κρατήσεις το ρημάδι στο δρόμο έτσι και πιάσει λάστιχο. Μη σου τύχει. Και πρέπει να βγεις να δεις τι έγινε, να κατακαθίσει η σκόνη, άντε να ρίξεις και καμία κλωτσιά στο κλαταρισμένο, αν έχεις μείνει πάνω στο δρόμο και δεν έχεις κυλήσει στο χαντάκι, κι άιντε να το σηκώσεις με τον γρύλο να το αλλάξεις, σε παίρνει η ώρα; ζήτημα είναι, όχι πως έχεις και κάνα ραντεβού, αλλά καλό θα ’ταν να φτάσεις σε ώρα κατάλληλη, άμα φτάσεις νυχτιάτικα, δεν τριγυρνάν κορίτσια τέτοιαν ώρα, δε γίνεται, θα χαθεί η μέρα.

Κι όλη Λάρισα να μάθει πως εγώ σε αγαπώ. Άμα αγαπάς πολλές δεν αγαπάς καμία, το ξέρεις εσύ. Αλλά σε αγαπάν αυτές. Είναι άλλο ζώδιο ο έμπορος. Αγαπάει πολλές. Τη δουλειά του κάνει. Κι είναι κι όμορφος, και ψηλός. Κι έχει και τα τυχερά του.

Αν τυχόν και δε με θέλεις κει θα πέσω να πνιγώ. Δρόμοι ατέλειωτοι, όλα ένας δρόμος, ένα βολάν στα χέρια κι οι ταχύτητες ψηλά, και πας και πας.

Κι ο Άγιος Χριστόφορος να κρέμεται, οδηγός και προστάτης.

Κι όπου βγει.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...