Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Ταντμόρ

Κι έχτισε την Ταντμόρ, λένε τα χαρτιά και τα βιβλία. תַּדְמֹר. Τα λέει η Τανάκ αυτά, η Εβραϊκή Βίβλος. Στα Κετουβείμ, στα Αγιόγραφα, τα τελευταία βιβλία, εκεί, στο Β΄ Χρονικών. Κι έχτισε την Ταντμόρ στην άγρια ερημιά, έτσι λέει. Για τον Βασιλέα Σολομώντα ο λόγος. Ταντμόρ. Σε πινακίδες από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Φαντάσου. Ύστερα, τον 18ο αιώνα τη βρίσκουμε σε γραπτά, σε σφηνοειδή γραφή. Και τον 11ο αιώνα, πάντα π.Χ., πλέον στα αραμαϊκά, Τααντμάρ. Τι θα πει; Ποιος ξέρει. Μπορεί να σχετίζεται με το σημιτικό τριγράμματο τμρ (תמר), τη χουρμαδιά. Μπορεί. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο Σεκούντους, αυτός που τώρα είναι κρατήρας στη Σελήνη, δίπλα στη Μάρε Τρανκβιλιτάτις και τη Μάρε Σερενιτάτις – κι αυτός την αναφέρει. Και ο Φλάβιος Ιώσηππος, Ρωμαίος πολίτης μεν, Εβραίος δε, από τον 1ον αιώνα. Κι αυτός. Τη γράφουν με το άλλο της όνομα αυτοί, το ελληνικό. Παλμύρα. Που πάλι λατινικά, πάλμα, είναι ελληνικά παλάμη, και είναι και φοινικιά. Είχε φοινικιές κι αγρούς και σπαρτά, μες τη μέση τ...

Αντίρρηση

– Ντου γιου γουόντ σουβλάκι; – Νόου. – Ντου γιου γουόντ μουσάκα; – Νόου. – Ακρόπολη γιου λάικ; – Νόου. Σιχτίρ. Έχουνε ξεφύγει. Ξες πόσα νόου λένε; Λες και το ’χει στην αυλή της και ό,τι ώρα θέλει θα πάει. Αν δεν πάει σήμερα, δεν πειράζει. Θα πάει αύριο. Τι νόου, μωρή, αύριο πετάς – πότε θα πας; Έτσι λεν αυτές. Νόου. Αλλά γράφουνε Νο – το ξες αυτό; Σαν τις Ιταλίδες. Και τις Γαλλίδες. Νο. Σκέτο. Και οι Ισπανίδες. Κι αυτές Νο λένε. Τώρα πώς οι Αμερικάνες το κάναν αυτό Νόου – άει βρες. Ό,τι να ’ναι. Άλλο γράφεις, άλλο λες. Άλλ’ αντ’ άλλων. Νόου. Οι άλλες να δεις: Νάιν. Ένα αγρίεμα, σαν πολεμική ταινία ένα πράμα. Νάιν. Άκου κει. Αλλά δε φταίτε σεις. Δε φταίτε. Νάιν. Και Νααα μπορεί να σου πει. Και Νεεε. Βελάσματα. Η Σιωπή των Αμνών. Νεεε. Και Νέιχ, που λέει ο άλλος. Μ’ ένα υποπτώδες χι στο τέλος. Ακούγεται και δεν ακούγεται. Νέιχ. Σε καλό σας. Και Νιέτ. Αυτό είναι εύκολο. Η Λιούμπα Νιέτ λέει. Και Νε, που λένε στη Σερβία. Και στην Τσεχία. Κι αυτές Νε λένε. Να μην ξέρεις τώρα τι παίζει, και ν...

Ρόμελ

Έγραφε ο Γκέμπελς το 1944 στο ημερολόγιό του: δεν είναι ότι οι στρατηγοί αντιτίθενται στον Φίρερ επειδή αντιμετωπίζουμε κρίσεις στο μέτωπο. Είναι ότι υφιστάμεθα κρίσεις στο μέτωπο εξ αιτίας της αντίθεσης των στρατηγών στον Φίρερ. Τον χειμώνα του ’42 προς ’43 η Αφρική είχε χαθεί για τον Άξονα. Στο Στάλινγκραντ είχε εκμηδενιστεί μια ολόκληρη γερμανική στρατιά, η 6η τού Πάουλους. 250.000 άνδρες. Χώρια η ρουμανική και η ουγγρική, χώρια τα ιταλικά στρατεύματα. Και λίγους μήνες μετά, μέσα στο ’43, έως τον Ιούλιο, από την αντεπίθεση των Ρώσων αποκόπηκαν και η 3η Τεθωρακισμένη και εξολοθρεύτηκαν και η 9η και η 4η κοντά στο Μινσκ. Δηλαδή άλλες 350.000 προσωπικό συνολικά. Κι άνοιξε κι ένα ρήγμα εκατοντάδων χιλιομέτρων στο μέτωπο της Heeresgruppe Mitte, της Κεντρικής Ομάδας Στρατιών. Ένα ρήγμα με μέσα αποφασισμένους Ρώσους. Τότε ο Χίτλερ δήλωνε ότι οι οχυρές θέσεις, οι   feste Plätze,  έπρεπε να διατηρηθούν πάση θυσία. Ο στρατός έπρεπε να τις υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων. Ακόμη κι αν αυτό...

Αρεοπαγίτης

Λοιπόν: Όχι, δεν είναι αεροπαγίτης. Θα σου το πω να το θυμάσαι εύκολα: αν ήταν αεροπαγίτης, θα ’ταν ουρανοκατέβατος. Εξ αέρος. Και τότε δεν είχε αεροπόροι. Περπατητοί πηγαίναν οι αθρώποι, άντε και με καμιά άμαξα. Επομένως, πάει αυτό: αρεοπαγίτης ήταν ο χριστιανός. Το ξεκαθαρίσαμε. Άρειος Πάγος. Αυτό που ’χουμε και στις μέρες μας. Δικαστήριο. Πολιτικά και ποινικά ζητήματα, υποθέσεις, διάδικοι, τέτοια. Ακυρωτικό σήμερα. Εξετάζει αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί. Αν είναι σύννομες κι αν συνάδουν με το σώμα της νομολογίας. Έχουν συνάφεια αυτά που αποφασίστηκαν ή μπα; Αλλά είναι πολύ παλιό δικαστήριο και τότε δίκαζε ανδροφονίες, έτσι τις λέγαν τότε τις ανθρωποκτονίες. Στήθηκε στα χρόνια του Κέκροπα – είχε βουίξει το φέισμπουκ τότε. Και του Θησέα. Χίλια πεντακόσια προ Χριστού, μιλάμε. Ανδροφονίες. Διότι εκεί έγινε η πρώτη φονική δίκη, δίκη δηλαδή για φόνο – ο Αλιρρόθιος είχε βιάσει την Αλκίππη, την κόρη του Άρη και της Αγραύλου. Και τον έκανε νιανιά ο Άρης τον κύριο, τον ψιλόκοψε και τον άφησε...

Φαγόπυρον

Αγαπητέ μου Ντόμπρομιρ Αντόνοβιτς Έκανα, όπως σας είχα υποσχεθεί, την έρευνα για το οικογενειακό όνομα που αναφέραμε στη συζήτησή μας: Γκριτσανιτσένκο. Με συνάρπασε, όπως σας είπα, το άκουσμα. Για μένα ήταν προφανές ότι θα έπρεπε το επώνυμο αυτό με κάποιον τρόπο να σχετίζεται με το όνομα που έδιναν πάντα οι πάντες στους Έλληνες: Greeks, Grecs, Griechen, Греки, Γκρέτσι, Γκριέτσι, όνομα που πρώτοι και καλύτεροι έδιναν οι ίδιοι οι Έλληνες στον εαυτό τους – έτσι φαίνεται. Μου το είπατε – δεν ήταν σε γνώση σας κάποια σχέση της οικογένειας με ελληνισμό, κάποια καταγωγή – κάτι. Τίποτε απολύτως. Ουκρανοί βέροι, αναντάμ παπαντάμ, που λέμε εμείς στα ελληνικά – εντάξει, αστειεύομαι, τούρκικα είναι, αλλά πράγματι το λέμε και θα πει από μάνα κι από πατέρα. Και κατ’ επέκταση, από πάντα. Από βαθιά καταγωγή. Παρ' όλα αυτά, επέμεινα. Γραικός. Ο λατίνος Graecus, ο καρπός τού έρωτα τού Διός και της Πανδώρας. Αὐτοὶ μὲν ἔπλευσαν ἐς Ὠρωπὸν τῆς Γραϊκῆς, ὑπὸ νύκτα δὲ σχόντες εὐθὺς ἐπορεύοντο, έγραφε ο Θου...

Περσεφόνη

Πρώτα έχεις ένα μέρος που βάζεις τα θυσιάσματα κι ανάβεις τη φωτιά. Και μετά, την επόμενη θυσία, ξανά στο ίδιο μέρος, και ξανά μανά, εκεί τα σφάγια, εκεί oi προσευχές. Το μαθαίνει και ο κόσμος – δε χρειάζεται κάθε φορά να εξηγείς πού θα βρεθούμε. Που δεν είσαι και χαζός. Ιερέας είσαι. Ξέρεις εσύ τις προδιαγραφές για να διαλέξεις μέρος, δεν ξέρεις; Πώς δεν ξέρεις. Μην τα γράφουμε όλα τώρα. Και μετά, που λες, σου επιτίθεται και η σκέψη, και δε βάνουμε αποπάνω κατιτίς στον βωμό – άμα δηλαδή βρέχει ο θεός τη βροχή του και χαλνάει τον κόσμο, ημείς δεν θα θυσιάζομε; κι άμα έχει λιοπύρι, ξερωγώ, και, να μην τα πολυλογούμε, το φκιάνεις το αυθαίρετο κι ύστερα ρυθμίζεις και τους νόμους και το δηλώνεις, συστατικό της διακυβερνήσεως η θρησκεία, για να μην πούμε ότι προηγείται, αλλά μη χαθούμε τώρα – κι αρχινάς και χτίζεις και κάνα τοιχίο, κι ύστερα τα ενώνεις, φκιάνεις ναό, τόνε κάνεις περίπτερο, με γύρω γύρω να παίρνουν μια ανάσα οι πιστοί, και αίθουσες και δωμάτια και αποθήκες, να ’ρχονται να φέ...

Αριάδνη

Ποιος Ησύχιος και ποιοι αρχαιοπορτοκάλοι – ό,τι να ’ναι λέγαν – και γράφαν δηλαδή. Ότι, λέει, το πρώτο συνθετικό ήταν αρι- που θα πει «πολύ» στα αρχαία, όπως λέμε αρίδηλος, ας πούμε, φανερός, ευδιάκριτος, πασίδηλος, ή αριήκοος, ξακουστός – αυτό σήμαινε το αρι-. Και το δεύτερο ήταν λέει το αγνή. Όλο μαζί σήμαινε πολύ αγνή, πάναγνη, αριαγνή, αριάγνη, κατάλαβες, και της έμεινε. Αριάδνη. Μάλιστα. Έλα όμως που δε δένει. Καθόλου φίλε μου. Άλλο το ’να κι άλλο το άλλο. Αριάγνη είναι αυτή τού Τσίρκα – περέτυμο της Αριάδνης. Αλλά δεν πάει ανάποδα, έτσι λένε οι γραμματιζούμενοι που τα μελετάνε – δεν το έχουμε αλλού να προκύπτει δνου από γνου. Τι, είχαμε τίποτε μακεγνούς και δεν το ξέραμε κι από κει βγαίνει ο μακεδνός; ή μήπως η έχιδνα ήταν πρώτα έχιγνα; Μπα. Που σιγά να μην ήτο πάναγνη —αυτή η νεάνις η Αριάδνη— διότι έχουμε κι αυτό το ζήτημα, αυτές είναι αρσενικές αξιολογήσεις, δεν έχουν σχέση με αγνότητα αλλά με ιδιοκτησία – αγνή είναι αυτή που δεν έχει ποτέ της υπάρξει καποιανού, οπότε μπορείς...