Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κωνσταντής



– Άκουσες Κωνσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;

Σιγά μην ακούσει ο Κωνσταντής. Αυτή τη δουλειά θα κάθεται να κάνει τώρα; Όχι πως είναι κάνας χαζός. Ή κάνας κουφός. Τι, μπας και δεν ακούει; Αμ πώς. Ακούει και παρακούει. Απλώς αυτή τη στιγμή δεν είναι η δουλειά του αυτό. Δεν είναι ν’ ακούσει. Έχει άλλη δουλειά να κάνει.

– Πουλάκια είναι κι ας λαλούν. Πουλάκια είν’ κι ας λένε.

Έτσι είναι οι Κωνσταντήδες. Τα σταθερά της ζωής μας. Τα σίγουρα. Που σηκώνονται και παν να κάνουνε. Εις πείσμα. Δεν πα να λέτε εσείς. Δεν πα να θέτε. Κωνσταντίνος είναι ένα πράμα που γίνεται. Είναι αυτό που συμβαίνει. Τι μπορείς να κάνεις με κάτι που συμβαίνει; Τίποτε. Συμβαίνει.

Πώς κάθεται καμμιά φορά και άπειρες βουλήσεις ενώνονται σε μια. Που μία γίνεται η θέληση. Που μέσα από το έρεβος που μείγνυνται οι ψυχές, απ’ τη μεγάλη λίμνη, μία βγαίνει η πρόθεση. Συνοψίζεται και παίρνει σάρκα. Κι όλα βαίνουν μαζί. Συν βαίνουν. Τόπος.

– Άκουσες Κωνσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;
– Απρίλης είναι και λαλούν. Και Μάης και φωλεύουν.

Γιατί αυτό που έχει σημασία είναι από πού κάθεσαι – αυτό βλέπεις. Μην κοιτάς που ήρθαν οι βιομήχανοι και γύρισε ο κόσμος αλλιώς. Οι αντικειμενικότητες, τα κοινώς παραδεκτά και τα μετρήσιμα. Τίποτα απ’ αυτά. Μη τσιμπάς. Απο πού κάθεσαι, από κει τι βλέπεις. Αυτό είναι το πράμα. Αυτό είναι το σύμπαν. Από πού κάθεσαι.

– Άκουσες Κωνσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;

Ακούει και παρακούει ο Κωνσταντής. Υπόψη του είναι που δεν τα λαβαίνει. Αν καθότανε ν’ ασχοληθεί ο κάθε Κωνσταντής, αυτός ο κόσμος θα ’τανε διαλυμένος. Δε θα ’χε μείνει λίθος επί λίθου. Όλα στον αέρα. Επί ξύλου. Θα πλέαμε στο τίποτα. Στο πουθενά. Με μάτια ορθάνοιχτα, απλανή και χωρίς αίμα στις φλέβες. Θα ’μασταν τίποτα. Χαρτιά παρασυρμένα στον αέρα.

– Άφησ’ Αρέτω τα πουλιά, κι ό,τι κι α θελ’ ας λέγουν.

Δε θα κάνουμε όλην ώρα συσκέψεις όχι εγώ νομίζω, όχι εμένα μου φαίνεται, όχι κάτι άκουσα, όχι δεν άκουσα, όχι ψυχανεμίστηκα.

Δε γίνεται ζωή χωρίς τους Κωνσταντήδες. Χωρίς τους Ευσταθάκηδες. Χωρίς Ρωμαίους πολίτες.







Σχόλια

  1. Ανώνυμος23/5/24 22:36

    Όμορφα ποιήματα ...άγνωστα για τους περισσότερους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...