Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η μύγα







Καινοζωική. Νεοζωική, δηλαδή. Η περίοδος μετά την παλαιοζωική και την μεσοζωική. Άρα, προσφάτως. Χθες, σα να λέμε. Τα τελευταία 66 εκατομμύρια χρόνια. Λίγο μετά που πήρε και σήκωσε τους δεινόσαυρους. Τότε εμφανίστηκαν στον κόσμο οι μύγες.

Και την τελευταία στιγμή εμφανίζεται κι ο άνθρωπος επί σκηνής. Καταϊδρωμένος. Κι αρχίζει να βάζει τις σκέψεις του σε ήχους. Βουητό άκουγε, *mu(s)- είπε. Ή κάπως έτσι. Και *μύσ-jα. Μυῖα, μύα, μύγα. Και παράλληλα musca, mouche, mosca, муха (μούχα) και δεν συμμαζεύεται.

Τι προσφάτως; 66 εκατομμύρια χρόνια δεν είναι παίξε γέλασε. Ποιος ξέρει τι έχουν δει τα μάτια της. Τα καταγράφουν άραγε οι μύγες σε κάποιο είδος συλλογικού ασυνειδήτου; Κάποια γνώση μυγίσια που μεταδίδεται με το ντιενέι τους από γενιά σε γενιά; Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι ότι προσκολλήθηκαν στον άνθρωπο. Συμβίωση, το λένε οι βιολόγοι. Βιολογική αμοιβαιότητα. Σχέση μεταξύ ανόμοιων οργανισμών προς όφελος αμφοτέρων.

Τρέφονται από τον άνθρωπο και τα υπολείμματά του, και σ’ αντάλλαγμα διασπούν και ανακυκλώνουν οργανικές ύλες. Αλλά εκεί αρχίζουν τα ζητήματα. Δεν έχουν ανατροφή, και πάνε από δω κι από κει οι χαζές, πατάνε όπου να ’ναι, κι όπου θέλουν κάθονται. Και μετά σου ’ρχονται και πετάνε πάνω από το πιάτο σου εκεί που τρως κι εσύ διαολίζεσαι μη σου αφήσουν κάνα παλιομικρόβιο κι ύστερα τρέχεις και δε σώνεις.

Εντάξει. Η βιολογική αμοιβαιότητα είναι ωραίον πράμα, αλλά άμα πετάει τριγύρω σου αυγουστιάτικα εκεί που προσπαθείς να κοιμηθείς το μεσημέρι, τώρα αυτό δεν είναι θανατηφόρα επικίνδυνο; Δεν της το ’χει πει κανένας;

Αρχαίο πράμα η μυγοσκοτώστρα. Το ωρολόγι και το μυιαστήρι ήταν που έκλεψε το παλικάρι του παραμυθιού από την πεντάμορφη τη βασιλοπούλα την ώρα που κοιμόταν. Κι εκείνη όταν ξύπνησε και τον είδε να τα κρατά, χτύπησε η καρδούλα της και τον αναγνώρισε: αυτόν θα πάρω άντρα μου. Και ζήσαν και βασίλεψαν, αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Βιολογική αμοιβαιότητα. Τέλος πάντων. Δεν είναι σοφό να είσαι βιολογικά αμοιβαίος μ’ ένα πλάσμα που μπορεί να σε κάνει ρόμπα με τ' ανέκδοτά του. Το ξέρεις εκείνο με τη μύγα στο κάρο; Είχε κάτσει λέει πάνω στον άξονα και κοίταζε πίσω και λέει: πώωω σκόνη που σηκώνουμε!

Άστα να πάνε. Του φτυσίματος. Σαν τη μύγα μες το γάλα. Κι άμα έχεις τη μύγα μυγιάζεσαι. Άντε ρε μυγοχάφτη. Μυγόχεσμα! Έβγαλε η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο! Βαράει μύγες ο τεμπέλης, βγάζει απ’ τη μύγα ξύγκι ο τσιφούτης και κολλάει σαν τη μύγα στο μέλι ο λιγούρης.

Αλλά και του φιλοσοφήματος. Την κοίταζε ο Μπλέικ και σου λέει τι σου είναι ρε παιδί μου ο άνθρωπος! Και σε τι διαφέρω εγώ από αυτήν; Κάποια στιγμή, κι εμένα δε θα με ξεπαστρέψει κάποιο άσκεφτο χέρι; Some blind hand! Θα σκέφτομαι ύστερα; Μπα! Αλλά, αφού δε θα σκέφτομαι, τι πειράζει που θα μ' έχει ξεπαστρέψει;

Λες η μύγα να σκέφτεται ότι κάποτε κάποιο άσκεφτο χέρι θα την σταματήσει να σκέφτεται; Ποιος ξέρει. Δύο με τέσσερεις βδομάδες ζει η έρμη. Και κανείς να μην την πειράξει, αυτό είναι το μάξιμουμ. Μετά, τέλος.

Τι να ’ναι αυτό; Λίγο ή πολύ;

Μόνο η μύγα ξέρει. Ή μήπως ούτε κι αυτή;




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...