Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ατιντάνες

Ατιντάνες. Ή Ατίντανες. Αρχαία φυλή της Ηπείρου. Αξεδιάλυτο – τι ήταν ακριβώς εκείνα τα φύλα και πούθε βαστούσε η σκούφια τους. Άλλοι λένε Ιλλυριοί. Κι άλλοι λένε Έλληνες. Πάντως -ανες δωρικά και -ηνες ιωνικά, αυτά είναι ελληνικά.

Ο Γιάννος και η Μαριγώ σ’ ένα σχολειό πηγαίναν
Γιάννος μαθαίνει γράμματα κι η Μαριγώ τραγούδια.

Όπως Αθαμάνες στη νοτιοανατολική Ήπειρο. Όπως Αρκτάνες. Όπως Αινιήνες ή Αινιάνες στον Σπερχειό. Όπως Κεφαλλήνες. Όπως Ακαρνάνες και Ευρυτάνες. Όπως Έλληνες.

Τα δυο τους αγαπήθκανε – κανένας δεν το ξέρει.
Ο Γιάννος τ’ αποφάσισε, της μάνας του το λέει.
– Μάνα μ’ τη Μάρω αγαπώ και θέλω να την πάρω.

Μιλούσαν, λοιπόν, οι Ατιντάνες, και σκέφτονταν ελληνικά. Συγγένεψαν με τους Μολοσσούς, και με τον Θαρύπα της Ηπείρου. Που ήταν αθηναιοσπουδαγμένος και Αθηναίος πολίτης τιμής ένεκεν. Που έφερε τη γραφή στη χώρα του. Που έκοψε νόμισμα και συνέταξε σύνταγμα.

– Τι λες μωρέ παλιόπαιδο και φιδοφαγκωμένο
η Μάρω είν’ αξαδέλφη σου, πρώτη αξαδέρφισσά σου.
Κάλλιο να κόψω σάβανο για να σε σαβανώσω,
παρά ν’ ακούσω στέφανα για να σε στεφανώσω.

Ήπειρος. Άπειρος Χώρα. Της Δωδώνης και της Εφύρας. Της Ελάτρειας και της Νικόπολης. Της Απολλωνίας, της Φοινίκης, και της Επιδάμνου. Τα μέρη που κατέκτησε το 168 ο Αιμίλιος Παύλος. Και που προσήρτησε ως Epirus Vetus. Παλαιά Ήπειρος, δηλαδή. Μαζί με την Epirus Nova, η ρωμαϊκή Provincia Epiri.

Η Μάρω αρραβωνίζεται κι ο Γιάννος ξεψυχάει.

Ήπειρος. Δηλαδή ξηρά χώρα. Ξηρά γη. Από το *απερjος, *apero, όχθη. Στεριά. Ξηρά. Κι αυτή εδώ η Ήπειρος, η Ήπειρος δηλαδή των ακτών της Αδριατικής, από τον Αυλώνα και τα Κεραύνια Όρη στο βορρά, μέχρι τον Αμβρακικό και τα ερείπια της Νικόπολης στον νότο, όλη βουνό. Κοφτερό. Τραχύ. Ήλιος και λίθος.

Συμπεθεριό και λείψανο στο δρόμο γίναν ένα.
Κανένας δεν ερώτησε από τους συμπεθέρους.
Η Μάρω ξαντροπιάστηκε – στέκει και τους ρωτάει.

Ελληνική γλώσσα και σκέψη. Τίποτε δεν εννοείται. Τίποτε δεν συμπεραίνεται. Όλα είναι ερωτήσεις και απαντήσεις. Κυριολεξίες.

– Τίνος είναι το λείψανο με τη χρυσή την κάσα.
– Του Γιάννου είναι το λείψανο με τη χρυσή την κάσα.

Ατιντάνες. Τους ήξερε ο Θουκυδίδης. Κι ο Πολύβιος. Κι ο Στράβων. Άφησαν κι επιγραφή στη Δωδώνη με τ’ όνομά τους. Στη μέση κοιλάδα του Αώου, λέει, κατοικούσαν. Κι άλλοι λένε στα βουνά. Ανάμεσα στους Χάονες και τους Παραυαίους.

Λιγοθυμάει η λυγερή και του θανάτου πέφτει.

Δυο χιλιόμετρα από τα σημερινά σύνορα με την Αλβανία. Στην Οροσειρά Κασιδιάρη. Εκεί, λέει, έχει ερείπια δικά τους. Παλάτι. Ακρόπολη, κτίσματα μεγάλα. Σαράντα επί εικοσιεννέα μέτρα.

Τα πήραν και τα θάψανε σε ένα σταυροδρόμι.
Γιάννος φυτρώνει κάλαμος κι η κόρη κυπαρίσσι,
στριφογυρίζ
’ ο κάλαμος φιλάει το κυπαρίσσι.

Και Κτίσματα σήμερα το χωριό. Είναι η παλιά Αρίνιστα των Σλάβων. Κτίσματα Πωγωνίου. Δήμος Πωγωνίου. Νομός Ιωαννίνων, Περιφέρεια Ηπείρου. Ταχυδρομικός κωδικός 440 02. Ψυχές 244, απογραμμένες το 2011.

– Για ιδέστε τούτ' αντρόγενο, το πολυαγαπημένο,
που δεν φιλήθκε ζωντανό, φιλιέτ
’ απεθαμένο.

Εβραϊκά ονόματα. Ελληνική τραγωδία. Άνθρωποι.

Τ’ Άη Γιαννιού σήμερα.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...