Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πορτουγάλια

 




Caleō. Λατινικά. Είμαι θερμός. Πυρούμαι. Καίγομαι. Από φωτιά κι από επιθυμία – δεν ξέρεις, όλα παίζουν. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος από τι καίγεσαι. Μπορείς;

Μπορείς όμως με μεγάλη αξιοπιστία να συναγάγεις πώς περίπου θα ήταν η ρίζα της λέξης: ένα πρωτοϊνδοευρωπαϊκό κάτι τις, κάτι να μοιάζει με *ḱelh₁- και *kele-.

Κι από κει να έρχεται, ας πούμε, το γαλλικόν chaloir, θερμαίνω αλλά και νοιάζομαι, ανησυχώ. Είμαι ζεστός, για να τολμήσουμε την ελληνική αντιστοιχία. Peu me chaut. Λίγο με κόφτει. Όπως και το ιταλικό calere, ποιητική έκφραση: έχω σημασία (για κάποιον, για κάτι), νοιάζομαι. Non mi cale. Δε με νοιάζει. Che te ne cale? Τι έχεις πάθει (ρε μεγάλε);

Έρχεται και δένει. Αν αναλογιστεί κανείς και το λατινικό calidus, που θα πει θερμός. Και το calide, θερμά, με εμπάθεια. Και την calda ή calida (aqua), το ζεστό (νερό) δηλαδή. Και το σπανιόλικο cálido, ζεστός κυριολεκτικά και μεταφορικά, el clima es cálido αλλά και una persona cálida. Και το cald, το ρουμάνικο, που θα πει ζεστό, αλλά και φρέσκο, όπως ζεστό γάλα και φρέσκα, ζεστά ζεστά νέα. Της ώρας. Και το παλιό ισλανδικό hlȳ, ζέστη, και hlœr, ζεστός, ήπιος (καιρός).

Δε θέλει και πολλή φιλοσοφία – από κει και η θερμίδα. Calorie. Η ενέργεια που απαιτείται για να αυξηθεί η θερμοκρασία 1 γραμμαρίου καθαρού και απεσταγμένου νερού κατά 1 βαθμό Κελσίου, παρακαλώ. Κι από κει και ο σοφέρ. Καθόλου μη γελάτε. Από το γαλλικό chauffeur των ατμομηχανών, από το chauffer, θερμαίνω. Ο θερμαστής!

Κι επειδή, όποιος καίγεται στον χυλό, καίγεται και στη γιαούρτη, μα καυτό ακουμπήσεις μα καταπαγωμένο, το ίδιο κάψιμο παθαίνεις, οι άνθρωποι τα μπερδέψαμε αυτά τα δύο στο μυαλό μας, και μπουρδουκλώσαμε και τις λέξεις μας.

Ακριβώς: το αγγλικό cold του κρύου, και το kaldr στα παλιά ισλανδικά, το kold στα δανέζικα και το γοτθικό kalds, κι αυτά μπλεγμένα στη συνωμοσία είναι. Όπως και το αγγλικό chafe, φαγουρίζω, τσιμπάω, όπως ας πούμε λέμε για ένα μάλλινο που το φοράμε κατάσαρκα. Και το αγγλικό cauldron, το ισπανικό calderon, το ιταλικό calderone: η χύτρα. Το kettle, το καζάνι και βραστήρας. Που στα γερμανικά γίνεται Kessel. Με την ίδια σημασία. Αλλά και kalt. Κρύο.

Μάλιστα. Cold και cauldron αγγικά, kalt και Kessel γερμανικά. Η θερμή και η ψυχρή απόληξη της ίδιας σκέψης: τζιζ!

Portus Cale, δηλαδή Θερμό Λιμένα λέγαν τον Μεσαίωνα το μέρος που σήμερα ξέρουμε ως Οπόρτο. Ή Πόρτο. Τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Πορτογαλίας. Γιατί εκεί τα θερμά ρεύματα του Ατλαντικού έκαναν να μην πιάνει πάγος ποτέ. Κι όλη την τότε Λουζιτανία, έτσι την είπαν: Portus Cale. Κι επειδή δίπλα ήταν και η Γαλλία, τι Λοζάνη, τι Κοζάνη. Πες την Πορτογαλία, αδερφέ μου να ησυχάσουμε.

Κι επειδή η Πορτογαλία έβγανε σπουδαία ναυτικά παλικάρια που πηγαίναν στας Κίνας και στας Ινδίας και κόμιζαν ούτε κι εκείνοι ήξεραν τι εις τας Ευρώπας, γεμίσαν οι πάγκοι στα μανάβικα από πορτογάλια. Συνεννοηθήκαμε;

Πεζ μου εσύ τώρα: κρύο ή ζεστό το πορτοκάλι;




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...