Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εικοσιμία Δεκεμβρίου







Είναι η τριακοσιοστή πεντηκοστή πέμπτη μέρα του χρόνου. Φέτος, που ήταν δίσεκτο, η τριακοσιοστή, πεντηκοστή έκτη! Ναι, ρε! Το λέει η Γουίκι. Και ως τοιαύτη, κάθεσαι εσύ και μετράς, μία, δύο, τρεις κ.λπ., δέκα μέρες και βγήκε ο χρόνος! Εννιά και σήμερα!

Εδώ σε θέλω. Χρόνος τέλος. Πάμε γι’ άλλα.

Όλα μαζί τελειώσαν και τα σκοτάδια. Τη φάγαμε την πιο σκοτεινή στροφή! Καθώς, δηλαδή, που είναι λιγάκι γερτός ο πλανήτης, και γυρίζει σα στρογγυλή σβουρίτσα λοξή γύρω από τον Ήλιο διαγράφοντας την έλλειψη που τον φέρνει πότε κοντά και πότε μακριά, ε, σήμερα εμείς που καθόμαστε στο Βόρειο μέρος είμαστε στο πιο λοξό μας και μακρινό. Τον βλέπουμε χαμηλά στον ορίζοντα, να μην καταφέρνει να σηκωθεί πάνω στον ουρανό. Αχ, Παναγία μου, αυτός ο φόβος μην και δεν ξανανέβει! Και την ίδια στιγμή, έτσι λοξή που είναι η σβουρίτσα μας, αυτοί που μένουν από κάτω, στον Νότο, τον τρώνε τον Ήλιο κατακούτελα. Πάρε να ’χεις.

Ναι. Οι Νότιοι αυτόν τον καιρό έχουν ντάλα καλοκαίρι, παιδιά. Καύσωνες, λειψυδρίες, ερ κοντίσιον στο φουλ – ξέρετε τώρα. Να πίνετε πολλά υγρά, και οι ηλικιωμένοι να μην κυκλοφορούν. Τα παιδιά υποχρεωτικά καπέλο. Να αποφεύγετε την πολλή έκθεση στο φως, μπόλικο αντηλιακό, μην τριγυρίζετε τα μεσημέρια, κοιμόμαστε με τα παράθυρα ανοιχτά και ροχαλίζει ο γείτονας, και το πρωί ίσα που προλαβαίνεις καμιά ωρίτσα μέχρι να φωτίσει λιγάκι, ίσα που προλαβαίνεις λίγη δροσούλα.

Σιγά τη δροσούλα, δηλαδή – τι λέμε τώρα. Απλώς να είναι υποφερτά. Ίσα να μη σκας ρε παιδί μου. Καμιά ωρίτσα – δυο. Γιατί με το που θα πάει οχτώ, ας πούμε, το πρωί, άντε πάλι αρχινάει ο καύσων. Το καταλαβαίνεις από νωρίς. Έρχονται οι πρώτες ζεστές φυσηξιές —αν φυσάει δηλαδή καθόλου— και καταλαβαίνουμε όλοι τι πρόκειται να ακολουθήσει. Κόλαση. Το αυτοκίνητο θα καίει και δε θα μπορείς άμα το ’χεις αφήσει παρκαρισμένο κάτω από τον ήλιο – πώς να μπεις μέσα να οδηγήσεις  θα πιάνεις τιμόνι και θα ζεματάει. Άντε να το φέρεις σε λογαριασμό, ν’ ανάψεις το ερ κοντίσιον – αλλά στο μεταξύ θα χεις κατακαεί και θα ’χεις γίνει και μουσκίδι.

Ξέρεις, αυτό είναι το πρόβλημα – όσα ντουζ και να κάνεις τη μέρα, όσο φρέσκος και ωραίος και μυρωδάτος κι αν ξεκινήσεις απ’ το σπίτι σου, με το που θα μπεις στο αμάξι και θα μποτιλιαριστείς στην κυκλοφορία, ξέχνα το. Τι μυρωδάτα σαπούνια και τι λουσίματα – σ’ έχει λούσει ιδρώτας κανονικός, με στάλες. Μη μπεις δε σε λεωφορείο, το καλό που σου θέλω. Ο ένας πα στον άλλον, ανοιχτά τα παράθυρα και να μπάζει λίβα, και να μην έχεις πώς να δροσιστείς και πώς ν’ ανασάνεις. Να ’ρχεται ο σιμούν και να σε κάνει ψητό.

Α, ρε γαμώτο. Και μπάνιο στη θάλασσα να πας, πάλι ψητός θα γίνεις. Μέχρι να πας, μέχρι να ’ρθείς, άντε και τι ώρα θα είναι, αν δηλαδή είναι τίποτε μεσημέρι προς ντάλα που πάνε οι περισσότεροι, άστα να πάνε. Φωτιά και λαύρα που σ’ έκαψε, κακομοίρη μου.

Μόνο τα βράδια ηρεμεί λίγο το πράμα. Μπας και βγεις σε καμιά πλατεία να πάρεις καμιά γκαζόζα, κανένα παγωτό, κάτι τέλος πάντων, να ξεχαστείς λιγάκι που είσαι σαν το ποντίκι μες την πόλη και δε μπορείς ν’ ανασάνεις —πυρώνουν τα τσιμέντα, θερμοσυσσωρευτές κανονικοί— και πάει. Κάηκες. Που τι δροσερή να ’ναι η πλατεία – δε θα ιδρώσει το φουστάνι σου εκεί που κάθεσαι στην καρέκλα την πλαστική; Θα ιδρώσει. Όταν δηλαδή σηκωθείς, στεγνή θα ’ναι η καρέκλα; Αποκλείεται.

Γι’ αυτό σου λέω – ζέστη παιδί μου. Ζέστη απίστευτη. Εικοσιμία Δεκεμβρίου, αν είσαι στο Νότο, κι εκεί κατοικείς κι εκεί εδρεύεις, είσαι άστα να πάνε. Η πιο μακριά μέρα του καλοκαιριού, κι η πιο πολλή ζέστη, και το χειρότερο: η ζέστη να είναι ακόμη μπροστά σου. Τουλάχιστον δύο μήνες ζέστης να έχεις ακόμη μπροστά σου. Εντάξει. Όχι και τόσο κακό, εδώ που τα λέμε. Προλαβαίνεις, ας πούμε, να πας τίποτε διακοπές, ξέρω ’γω, να οργανωθείς για τα Χριστούγεννα που έρχονται, να πάρεις τα δώρα σου, να πας σε καμιά παραλία να γιορτάσεις σαν άνθρωπος. Γλέντι, κέφι και χαρά, προσπαθώντας να δροσιστείς τα χριστουγεννιάτικα βράδια σε καμιά θάλασσα – αν βέβαια είσαι κοντά σε θάλασσα και δεν είσαι τίποτε καμπίσιος.

Γιατί, έτσι που λες τα Χριστούγεννα. Καύσων, παιδί μου. Καύσων. Έλλειψη νερού, πυρκαγιές στα ξερά – άστα να πάνε. Δύσκολη εποχή.

Εκτός κι αν είσαι Βόρειος, ας πούμε, οπότε έχεις άλλον νταλκά: όχι μην πιάσει κρύο, όχι μη χιονίσει, μην κακοκαιρίσει, μην αγριέψει ο κόβιντ  αλλ’ αυτό το κακό με τον καύσωνα δεν το ’χεις. Α πα πα. Κι έχεις και το καλό ότι έτσι γερτή που είναι η σβούρα, βρίσκεσαι στην πιο καλή μέρα του χρόνου. Την πιο μικρή. Από δω και μπρός όλο και πιο κοντά στον ήλιο θα πηγαίνεις καθώς ταξιδεύει το σκάφος έτσι είναι κανονισμένο το ταξίδι κι όλο και πιο κοντά και πιο κοντά, ώσπου θα βρεθείς από την από ’κεί μεριά και το κεφάλι της σβούρας —και το δικό σου το κεφάλι— θα είναι όλο γερμένο κατά τον Ήλιο που πια θα σου ’ρχεται κατακέφαλα. Και θα πάθεις καλοκαίρι. Αυτά που τώρα τραβάνε οι Νότιοι.

Τι συμφέρει, να ’σαι Βόρειος ή Νότιος, δεν είμαι σίγουρος, ρε παιδί μου. Δεν είμαι σίγουρος. Εμένα μ’ αρέσει κι από ’δώ. Κάθε πράμα στον καιρό του, κι ο κολιός τον Αύγουστο. Καλά είναι στον Νότο που έρχονται Χριστούγεννα, αλλά μήπως κι από ’δώ, Χριστούγεννα δεν έρχονται; – τι έρχονται; Πού είναι το κακό; Λίγο το ’χεις να κάθεσαι στη δροσούλα σου και να περιμένεις τα Χριστούγεννα, να ρίξει κάνα ψιλοχιόνι σε τίποτε ορεινά, να πας να παίξεις τίποτε χιονόμπαλες, μπας και κάνεις και κάνα σκι – λευκά Χριστούγεννα που λέει ο λόγος – πού είναι το κακό;

Όλα όμορφα, και το μόνο που έχεις να προσδοκάς είναι μακρύτερες και φωτεινότερες μέρες. Όλο και μακρύτερες, όλο και φωτεινότερες, Κι όλη την καλοσύνη μπροστά σου.

Ε, άσχημα είναι;




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...