Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άστρα Ζένεκα

Ρώτησε κάποιος, εγώ θα πάω να κάνω το εμβόλιο της Άστρα Ζένεκα και μήπως έχει να σχολιάσει κανείς, είναι καλό, δεν είναι, να το κάνω, να μην το κάνω... Λοιπόν:

Κι εγώ Άστρα Ζένεκα έκανα, παιδιά. Αφού πρώτα με τρελάναν στα μηνύματα. Μεθαύριο εμβολιάζεστε, αύριο εμβολιάζεστε, σήμερα εμβολιάζεστε, σε λίγο εμβολιάζεστε! Καλά ρε παιδιά. Πώς να το πάρω τώρα εγώ αυτό; Για κόβιντ εμβολιάζομαι, όχι για ένταμ!

Πάω λοιπόν, μπαίνω στο δωμάτιο που γινόταν ο εμβολιασμός κι ήταν ένα κοριτσάκι με μπλούζα λευκή και μας εμβολίαζε, εσύ το ’χεις κάνει το εμβόλιο; τη ρωτώ ακαταμάχητα. Βεβαίως κύριε, υγειονομικός είμαι, μου έκοψε τον βήχα χαμογελαστή.

Καλά, σκέφτηκα, μη στενοχωριέμαι, αυτή έτσι κι αλλιώς πολύ μικρή μου πέφτει, στον ενικό ρωτάω, πληθυντικό απαντάει, τι να την κάνω. Ας το ξεχάσουμε. Έρχεται μια μεγαλύτερη, κι αυτή με μπλούζα λευκή, και μου λέει να κάτσω έξω λέει να περιμένω. Αυτή είναι πιο στα κυβικά μου, αποφασίζω. Τι να περιμένω καλέ, μην πάθω τίποτα; μην ανησυχείς, δεν παθαίνω εγώ, της λέω με όση άνοιξη είχα διαθέσιμη.

Εσείς δεν παθαίνετε, κύριε, αλλά να καθίσετε δεκαπέντε λεπτά γιατί έτσι λέει ο κανονισμός για την ηλικία σας, μου λέει. Αποφασίζω ότι κι αυτή πολύ μικρή είναι και δεν το ’χα πάρει χαμπάρι εξ αρχής. Τι πάω και μπλέκω με μωρά και βαραίνει η καρδιά μου; Παιδούλα. Τι να την κάνω; Άει κι εσύ στη μαμά σου, λέω μέσα μου.

Κι εκείνη την ώρα παιδιά, πώς γίνεται και μου πέφτουν χαρτιά, παραχαρτιά, ταυτότητες, όλα σκόρπια δω και κει, της κακομοίρας. Κάνω να τα πιάσω, σηκώνω το ’να, σηκώνω τ’ άλλο, να ’σου κι άλλη μικρή, ναι, ακριβώς, κι αυτή με μπλούζα λευκή, και μου δίνει την ταυτότητά μου χαμογελαστή. Δική σας είναι;

Δεν είμαι πρόθυμος να ρισκάρω και τρίτο χαστούκι από μπλούζα λευκή, και της χαμογελάω αυτηνής ευγενικά, κύριος, σα βρεμένος γάτος. Ευχαριστώ. Χαμογελάει κι αυτή – τι γλυκά ρε που χαμογελάνε τα παλιοκόριτσα ρε γαμώ το...

Και μαζεύω τα παλιοχαρτιά μου και ήδη τρέμουν τα πόδια μου καθώς πάω να κατέβω τις σκάλες και καθόλου καλή διάθεση δεν έχω και γίνεται η ζημιά: δεύτερο τρίτο σκαλί, πώς κάνω, στραβώνω και πάω να τσακιστώ. Εντάξει, δεν έπεσα, δε στραμπούληξα, τίποτα δεν έγινε, αλλά ήδη νιώθω ηττημένος χοντρά. Κατά κράτος. Κοιτάω μια πάνω, μια κάτω τη σκάλα να βεβαιωθώ ότι δεν υπάρχει καμιά τέταρτη μπλούζα λευκή που κοιτάει και γελάει κοριτσίστικα, κι ευτυχώς το κλιμακοστάσιο είναι ελεύθερο από δαύτες.

Καθόλου καλά δεν είναι τα πράματα – ήδη το απόγευμα έχει πάει πολύ στραβά, για λόγους που άντε να τους πεις και σε ποιον να τους πεις και τι να πεις γαμώ το – τι να πεις και τι να μολογήσεις! Και φτάνω στο αμάξι και βλέπω τον καθρέφτη χτυπημένο και στραβό. Και μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Παίρνω το εκατό. Βγαίνει μια από την ίδια συνομοταξία, μικρούλα κι αυτή, άμεση δράση παρακαλώ. Μου έχουν χτυπήσει το αυτοκίνητο, κυρία μου, είμαι παρκαρισμένος και μου έχουν χτυπήσει τον καθρέφτη. Κι άλλο είναι που θέλω να πω, την έπεσα σε τρεις πιτσιρίκες και με φτύσαν και οι τρεις, αυτό θέλω να πω, αλλά πώς να το πω αυτό, και τι θέλετε να κάνουμε εμείς, κύριε, ακούω εμβρόντητος.

Ε ρε μπινελίκια που άκουσε. Ε ρε τον κακό της τον καιρό και το φλάρο. Ε ρε το κατάντημα της αστυνομίας και το κράτος το γαμημένο που δε φροντίζει τους πολίτες και μετά φταίμε εμείς άμα κατεβούμε στους δρόμους και τα κάνουμε μπάχαλο – εμείς θα ’μαστε που θα φταίμε, σωστά;

Λοιπόν, και δάγκωσα και τη γλώσσα μου κι ακόμα να μου περάσει ο πόνος, και βράχνιασα από τις φωνές, και είναι ηλίθιο το μέρος που εμβολιάζουν, χάθηκε να έχουν απλωσιά και πάρκινγκ, να πηγαίνεις σαν άθρωπος και να μην ταλαιπωρείσαι, κράτος σου λέει κύριε, μεγάλη μαλακία, κι έχει και δεύτερη δόση, αμ δε σφάξανε – μακριά από Άστρα Ζένεκα φίλοι μου, εντάξει; Μακριά, παιδιά. Τίποτα. Τα πάντα είναι συμφέροντα. Και ο άνθρωπος πουθενά.

Τίποτα.


------------------------------------
Απρίλιος 2021. Επικαιρότητα: συνεχίζονται οι εμβολιασμοί.



Σχόλια

  1. Και φαντασου τωρα πως αμα το ειχε παρει αυτο ολο καμια καμερα, εστω και του βωβου, και το προβαλλε, οποιος το εβλεπε θα κυλιοταν στο πατωμα απ' τα γελια. Ποσο σαδιστοκοινωνια πχια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...