Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Συνομιλία

Και τι να κάνω τώρα εγώ; Να σας ξανατηλεφωνήσω; Μα, μόλις τηλεφωνηθήκαμε. Τα ’παμε. Όλα καλά. Και τι καιρό κάνει εκεί; Συννεφιά; Αμάν! Μήπως κρυώνετε; Ζεστά να είστε. Θα πάτε καμιά βόλτα; Να προσέχετε. Να ντυθείτε. Καλά να περάσετε. Ας κλείσουμε τώρα. Ναι, ας κλείσουμε. Και ήδη μιλούσαμε ώρα πριν από αυτό. Επί παντός. Μέχρι να καταλήξουμε στις ευχές, χιλιόχρονη, μέχρι εκείνη την ώρα όλα τα πάντα είχαμε αναλύσει. Τα κοινωνιολογικά φαινόμενα, τη μοίρα του ανθρώπου, τα γλωσσολογικά ζητήματα, την καταγωγή των θρησκειών, τις σταθερές της αρχαιολογίας – και τι δεν είπαμε. Και μήπως είναι η πρώτη φορά που τα λέμε; Όχι. Ξέρετε και ξέρω. Στην πραγματικότητα για μας μιλάμε, έτσι δεν είναι; Το ’χουν πει και οι συγγραφείς. Ερωτήσεις κάνουμε. Ο ένας στον άλλον. Σαν τις γάτες που κοιτάζονται επισταμένως. Να βεβαιωθούμε. Μπορούμε να είμαστε ασφαλείς; Θες να γίνουμε φίλοι; Θα μ’ αγαπάς; Για πάντα; Αυτό ρωτάμε. Δια της εξετάσεως θεμάτων μεθοδολογίας της ιστορίας της τέχνης; Ναι. Προβληματιζόμενοι πάνω στους πολιτισμούς και τον άνθρωπο. Και προσεγγίζοντας τα μεγάλα θεωρητικά ζητήματα. Φυσικά. Έτσι γίνεται. Οπότε τώρα; Τι κάνουμε; Τι κάνουμε που δε μπορούμε να κάνουμε κάτι – αυτό είναι το θέμα. Οι άνθρωποι κανονικά συναντιούνται. Το λέει και η λέξη. Συναντιούνται. Βρίσκονται. Πάμε για έναν καφέ. Αχ, ξέρετε, θ’ αργήσω, πρέπει να πάω στο Πανεπιστήμιο. Μα τι; Εγώ θα σας πάω! Α, δε θέλω να σας βγάλω από το δρόμο σας. Ελάτε τώρα – τι δρόμος μου – δέκα λεπτά απόσταση. Χαρά μου. Που δε βάζεις και το χέρι στη φωτιά. Φοβάται ευσχήμως μη σε βγάλει από το δρόμο σου; Δεν της αρέσει ο καφές; Ή δεν της αρέσεις εσύ; Μα τι λέτε, χαρά μου! Η καρδούλα σου ξέρει πώς το ’πες αυτό – χαρά μου. Χαρά μου. Κι όποιος καταλάβει, κατάλαβε. Αν είναι, θα το αρπάξει, εντάξει αλλά μην αργήσουμε – μα τι ν’ αργήσουμε, κι ύστερα να σας πάω σπίτι αν θέλετε, αχ, πάει, σας κουράζω – τι με κουράζετε, τι λέτε τώρα – νωρίς είναι, μήπως θέλετε ν’ ανεβείτε λιγάκι – παλαβώνει η καρδιά, μένεις ψύχραιμος, τι εννοεί λιγάκι; δεν ουρλιάζεις να μην πανικοβληθούμε, και ανεβαίνεις – κάποια δικαιολογία θα βρεις για ποιο λόγο έχει στεγνώσει τόσο το στόμα σου. Μπα σε καλό μου, τι μ’ έπιασε. Αλλά που όλ’ αυτά δεν μπορούν να γίνουν; Τι εφεύρεση κι αυτό του ανθρώπου, ο έρωτας με μηνυματάκια. Με κειμενάκια. Μέσεντζερ. Και γραπτά, και τηλεφωνήματα. Κι άλλα τηλεφωνήματα. Τι να το κάνω τώρα εγώ αν δεν αρπαχτούμε λίγο αδέξια να σας πονέσω μια στιγμή, μα χαζός είναι, να μας έρθει ζάλη – τι να το κάνω; Θα προσπαθήσουμε να το κρατήσουμε, τα μηνυματάκια, τις λεξούλες, τα τσατάκια, να το κρατήσουμε να αιωρείται, να σας πάρω, να με πάρετε, να κλείσουμε, μην κλείσουμε, κλείστε πρώτη, όχι, εσείς να κλείσετε πρώτος – θα λέμε τα ίδια – όλο θα μιλάμε – αλλά δε θα συνομιλούμε. Δε θα γίνει. Δε μπορούμε να διαπιστώσουμε αν οι θερμοκρασίες μας είναι οι σωστές κι αν οι γεύσεις μας συμβαδίζουν κι αν πεταρίζουν τα βλέφαρα τη σωστή στιγμή και μήπως τρέμει το χέρι του όταν δεν πρέπει, μήπως ιδρώνει τις λάθος στιγμές, μυρίζει σωστά; – τι θα κάνουμε χωρίς αυτές τις διαβεβαιώσεις; Πώς μυρίζει; Φοβάμαι. Που μπαίνουμε στον κύκλο με τα λόγια. Με τις κουβέντες. Του λέγειν και του ξαναλέγειν. Αλλά δεν είναι να λέμε. Είναι να ανοίξω την πόρτα στο αυτοκίνητο να μπείτε πρώτη να καθίσετε και ’γώ να σας κοιτάζω σα βλάκας καθώς θα κάνω το γύρο κι εσείς στο μεταξύ να γέρνετε και ν’ ανοίγετε τη δική μου πόρτα να μπω κι εγώ. Αν δεν κάνουμε αυτό, να βεβαιωθούμε, τι θα κάνουμε; Φοβάμαι. Ότι θα σαπίσουμε τα λόγια. Θα μας πνίξουν. Θα πατάμε στα λόγια και θα ’χουμε γύρω μας μόνο λόγια και λόγια. Λόγια ξανά. Θάλασσα. Και πώς θα πλεύσουμε – δεν ξέρω. Φοβάμαι ακόμη και να σας το πω – Χριστέ μου, ό,τι και να πω, λόγια θα είναι.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...