Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γερανοί V

Ἔρρει τὰ κᾶλα. Μίνδαρος ἀπεσσύα. πεινῶντι τὤνδρες. ἀπορίομες τί χρὴ δρᾶν: πάνε τα πλοία, ο Μίνδαρος απέθανε, οι άνδρες πεινούν, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Έτσι έγραφε ο Ιπποκράτης ο Λακεδαιμόνιος στο τηλεγράφημά του στη Σπάρτη, όταν αυτός κι ο Μίνδαρος νικήθηκαν στην Κύζικο το 410 π.Χ. Άσ’ τα να πάνε. Όλα χάλια, σε τέσσερεις φρασούλες. Έρρει τα κάλα. Τα ξύλα, δηλαδή. Μόνο στον πληθυντικό, ξύλα, ξύλα για καύση, κάγκανα κάλα. Κι από τα ξύλα, συνεκδοχικά τα πλοία. Έρρει. Πάνε τα πλοία.

Τα κάλα, κι από κει και τα καλαπόδια. Τα ξυλοπόδια δηλαδή, που βάνεις να σου κρατάν το παπούτσι σε φόρμα. Κι από κει και ο καλοβάμων. Που περπατάει πάνω σε ξύλα. Και καλοβάτης. Πάνω σε ξυλοπόδαρα. Αρχαίον σπορ. Έπιανες κάτι μακρουλά ξύλα, δόρατα συνήθως, που είχαν κάθετο βατήρα που εξείχε για να πατάς το πόδι σου, ανέβαινες επάνω και γινόσουν τρία μέτρα άνθρωπος. Κι αν ήξερες το κόλπο και δεν τσακιζόσουν, γινόσουν θέαμα κι έβγαζες και μεροκάματο. Καλοβάμων.

Κι από κει και τα καλοβάμονα. Τα πουλιά που περπατάν πάνω σε ξυλοπόδαρα. Υπερβολή βέβαια. Δεν περπατάν σε ξυλοπόδαρα τα καημένα. Απλώς έχουν κάτι ποδάρες από δω ώς εκεί μακρουλές. Κυρίως πόδια και λιγάκι πουλί, έτσι έρχεται αυτό το μοντέλο. Σαν τον ερωδιό. Σαν τον πελαργό. Και σαν τον γερανό. Καλοβάμονα.

Ο γερανός είναι αρχαίος τύπος. Grus grus είναι η λατινική του αποτέτοια. Γερανός και grus συγγενεύουν – σιγά μη δε συγγένευαν. Δες τώρα τι γίνεται: βάλε με το νου σου μια παλιά ρίζα *gerh₂-, να κρώζεις βραχνά, να γρούζεις, την ξέρεις τη λέξη; γρούζω, ηχομιμητικό, βγάνω ήχο γρου γρου – αυτό θα πει γρούζω. Έτσι κρώζουν αυτά τα πόδια με λίγο πουλί απάνω, γρου, γρου. Grus λοιπόν λατινικά, garan ουαλικά, garnys λιθουανικά. Και γέρανος ελληνικά, κι αργότερα γερανός. Και krano παλιά και Kranich τωρινά γερμανικά, cran παλιά αγγλικά, και τσουπ, crane αγγλικά σήμερα. Γερανός.

Έκπληξη; क्रेन (κρεν) στα χίντι, 크레인 (κρέεν) κορεάτικα, เครน (κρέεν) ταϊλανδέζικα, και クレーン (κουρέεν) γιαπωνέζικα. Διεθνές το ζήτημα. Цране (τσράνε) σέρβικα και кран (κραν) ρώσικα. Gru ιταλικά, kran σουηδικά, grua σπανιόλικα και grue γαλλικά. Και με τρόπο που δεν ξέρουμε, φεύγει το κ κι έρχεται ένα τ, και στα παλιά νορβηγικά έχουμε trani και στα δανέζικα trane.

Εντάξει. Κλέβουμε στα χαρτιά λιγάκι. Γιατί αλλού σημαίνει γερανός πουλί, αλλού γερανός που σηκώνει πράματα, κι αλλού και τα δύο, όπως στα ελληνικά. Αλλά η καταγωγή της λέξης είναι παντού ίδια: ένα γρούξιμο.

Πετάει λοιπόν αυτό το πράμα, τα πόδια με λίγο πουλί απάνω. Αφθονεί στην Κεντρική, Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη – χαμός από γερανούς εκεί. Μεταναστευτικό είδος. Εδώ στην Ελλάδα είναι διαβατικόν πτηνόν. Περνάν ας πούμε από τον Έβρο. Και φωλιάζουν σε πλημμυρισμένα μέρη, σε υγρά εδάφη και σε τέλματα. Είναι γκριζούλια, με μακρύ λαιμό και μαυρουλωτή ουρά. Και κάθε δυο χρόνια, πάει, τα χάνει τα φτερά του όλα και μένει τσιτσίδι και δως του εξ αρχής νέον πτέρωμα.

Ελαφρύ ζωντανό. Εμ βέβαια. Πετάς αλλιώς; Τα μεγαλύτερα απ’ αυτά, ίσαμε πέντε κιλά είναι – όχι παραπάνω. Και 2.000 χιλιόμετρα χωρίς στάση πετάει το θηρίο. Σε σχηματισμούς βέβαια – από τα πουλιά μάθαμε και οι άνθρωποι να πετάμε έτσι, σε σχηματισμούς, είναι πολλαπλώς συμφερότερο.

Μιλάνε. Ειδοποιούν το ένα το άλλο, φωνάζουν το αρσενικό το θηλυκό και τούμπαλιν, σημαίνουν κίνδυνο, κάνουν ντουέτα, και κάνουν και χορωδίες. Ξεκινάει ένα, κι ακολουθάνε όλα μαζί.


Κι όταν έρθει η ώρα να ζευγαρώσουν, διαλέγουν τέλος πάντων ποιον ή ποιαν, κάνουν τις προτάσεις τους, τις υποσχέσεις τους, εγώ μανίτσα μου θα σ’ έχω βασίλισσα, α να χαθείς, κρύε, γιατί κοπέλα μου το λες αυτό εδωπέρα το πράμα, σε μένα που σ’ αγαπώ, σιγά μη μ’ αγαπάς, μη σώσω πουλάκι μου, βέβαια σ’ αγαπώ, ε, κάνουν και τα χορευτικά τους, ρίχνουν ζεϊμπεκιές, όπα, να δεις τι χορευταράς είμ’ εγώ, πηδηματάκια, πιρουέτες, χαμός μιλάμε, και δώστου να γρούζουν σα τρομπέτες, αμάν τι κάνω εγώ για σένα το κοριτσάκι μου.

Ώσπου πέφτει συγκίνηση. Και άπαξ και συγκινηθεί αυτή, γίνεται το μοιραίον και μετά μένουν μαζί. Όλη τους τη ζωή.

Έτσι παν αυτά. Τα πόδια με λίγο πουλί απάνω. Δυο δυο.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...