Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άσφαλτος

Πάλλεται ολόκληρο. Περνάν τ’ αυτοκίνητα από πάνω σαν αέρας, σαν σαΐτες. Φσσσσς. Κι όπου έχει αρμούς ο δρόμος, μπαμπάμ. Οι μπρος και οι πίσω ρόδες, οι μεν μετά τις δε, καθώς τρέχει το αμάξι, σε χρόνο ντε τε: μπαμπάμ.

Ενισχυμένος ήχος, μπάσος. Βλέπεις, κάθεσαι αποκάτω, εντός τού τύμπανου. Κάτω από τη μεμβράνη του. Κι όπως και να ’χει, το αυτοκίνητο είναι μεγάλο βάρος. Και κοπανάν οι ρόδες στους αρμούς του οδοστρώματος. Μπαμπάμ.


Έχει αρμούς γιατί άμα δεν είχε κι ήταν όλο μαζί ένα πράμα ο δρόμος, θα σπώνταν τεντώσου μαζέψου καλοκαίρι και χειμώνα. Είναι λοιπόν κομάτια. Βαλμένα το ’να μετά το άλλο με μεταλλικά δόντια σα φερμουάρ κλειστό και με χώρο μεταξύ τους να μακραίνουν και να κονταίνουν λιγουλάκι, ανάλογα τη θερμοκρασία. Όλο μαζί. Άσφαλτος και αμμοχάλικο, όπως το λεν οι οδοποιοί. Συμπεριφέρεται σαν σώμα.

Άσφαλτος. Ορυκτό είναι, το ’ξερες; Βγαίνει έτοιμο. Και βιτουμένιο λέγεται. Κολλώδης, μαύρη και παχύρρευστη —καμιά φορά ημιστερεή— μορφή πετρελαίου. Μάλιστα φίλε μου. Άρα μικροοργανισμοί. Πάνε οι εταιρείες και κάνουν μικροπαλαιοντολογικές μελέτες και παλαιοπεριβαλλοντικές αναλύσεις. Κοιτάν ρε παιδί μου τ’ απολιθώματα που βρίσκουν και κάνουν εκτίμηση. Και σου λέει, εδώ είμαστε.

Τα ξέρεις τα τρηματοφόρα; Είναι συνομοταξία μονοκύτταροι οργανισμοί. Ένα μόνο κύτταρο όλο το ζώον. Τι ζώον, δηλαδή, μέχρι πεντακόσια μικρά μέγεθος. Θα πει μισό χιλιοστό πράμα. Με ψευδοπόδια και στόμας, για να μετακινείται και ν’ αρπάζει τροφή. Ετερότροφο – πρέπει να φάει κάτι τις έτοιμο, σαν τους ανθρώπους και τα ζώα, και να το μεταφράσει σε χρήσιμα στοιχεία για να ζήσει.

Ε, άμα βρουν λοιπόν πολύ παρόμοιο πράμα, φυτικό ή ζωικό υλικό που ενταφιάστηκε, τρυπήστε, σου λέει η εταιρεία. Ξέρουν αυτοί. Υδρογονάνθρακες ο θησαυρός. Κυρίως πετρέλαιο, φυσικό αέριο και γαιάνθρακας. Αποθέσεις ανακατεμένες με ιζήματα, που έχουν φάει τρομακτικές πιέσεις, ώς και 650 εκατομμύρια χρόνια πριν. Ζαλίζουν τα νούμερα.

Φυσικό πράμα η άσφαλτος. Δεν είναι τίποτε κακό. Φυσικά υλικά. Η συνταγή είναι που έχει το πρόβλημα: ο φυσικός της χώρος είναι στα έγκατα κι όχι απλωμένη κάτω απ’ τον ήλιο του καλοκαιριού να συσσωρεύει φωτιά και λάβρα – μιλάμε να την κρατάει και τη νύχτα. Και να τρέχουν αποπάνω αυτοκίνητα, μπαμπάμ – να τραντάζεται η γέφυρα σα μεμβράνη, σαν τύμπανο ορχήστρας μπάσο μεγάλο, κι από κάτω ερημιά και σκουπίδια, και να περνάει το λεωφορείο και να μη σταματάει – τι να κάνει να σταματήσει. Λάθος – όλη η συνταγή.

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...