Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ταχύτητα















Δεν ορίζεται με ένα μόνο νούμερο, τόσος χρόνος, τόση μάζα, τόσο μήκος. Όχι. Είναι διάνυσμα. Θες να ξέρεις τη διεύθυνση. Δεν είναι χύμα. Πάνω σε μια ευθεία πάει. Και πάνω εκεί, σ’ αυτήν την ευθεία, θες να ξέρεις και φορά. Προς τα δω ή προς τα κει, ρε παιδί μου. Κι αφού τα ξέρεις αυτά, τότε μόνο λέει να ξέρεις και το κλου: πόσο διάστημα σε πόσο χρόνο. Πάει με χίλια, σου λέει. Διανύει χίλια —χιλιόμετρα εννοείται— σε μιαν ώρα. Έτσι το ’χουμε συνήθειο οι άνθρωποι. Με χιλιόμετρα την ώρα μιλάμε. Ή με μίλια την ώρα, οι ναυταίοι.

Πάντως με την ώρα. Αλλά και με πόσο σου παίρνει ο αέρας τα μαλλιά και ποιος κάθεται δίπλα σου. Μπερδεμένο πράμα η ταχύτητα. Έχει σημασία ποιος είναι δίπλα σου, κι έχει σημασία αν τον γουστάρεις ή όχι. Κι έχει και μεγάλη σημασία αν είναι άνετος. Αν δηλαδή καθώς οδηγάει και παίρνει τις στροφές με χίλια, αν κοντανασαίνει και νιώθει σπουδαίος και ιδρωμένος, λες, άστο καλύτερα παλικάρι μου, πήγαινε σαν άνθρωπος, να γυρίσω το βράδυ σπίτι μου. Και κατεβαίνεις σε πρώτη ευκαιρία.

Αλλά αν είναι κύριος του εαυτού του και το κάνει φυσιολογικά, άνετα και χαλαρά και χωρίς άγχη, τότε έχεις δύο επιλογές: να χαλαρώσεις και να το χιλιοευχαριστηθείς, ή να το δυσκολευτείς το πράμα και να ασκήσεις κριτική. Με ευγένεια.

– Βιαζόμαστε, Σπύρο μου;

Αλλά κι ο πιο ηλίθιος δεν είναι τόσο ηλίθιος. Έχει καταλάβει ότι τού επιστρέφεις το ζήτημα και τώρα πρέπει να βάλει μπρος άλλα μέσα. Αν διαθέτει. Αλλιώς μένει με την απόρριψη κι εκνευρίζεται.

– Γιατί, ρε μωρό, φοβάσαι;

Ε, εκεί έχει χαλάσει. Έκοψε το αυγό. Πρέπει να το πιάσουμε απ’ αλλού. Εφόσον βέβαια υπάρχει αυτό το αλλού. Εφόσον υπάρχει κέφι και διάθεση και δεν έχει ραγίσει το γυαλί. Εφόσον κι εφόσον.

Αφροδιασιακόν η ταχύτητα, λέγαμε. Αρκεί να θες να το παίξεις το παιχνίδι. Η Γη περιστρέφεται με 1.670 χιλιόμετρα την ώρα και το ηλιακό μας σύστημα περιστρέφεται γύρω από το γαλαξιακό κέντρο με περίπου 720.000 χιλιομετράκια την ώρα. Εντάξει; Αλλά δε σου παίρνει ο αέρας τα μαλλιά, και δίπλα σου κάθονται κάτι δισεκατομμύρια άγνωστοι.

Αφροδιασιακό, εφόσον την καταλαβαίνεις. Και τη μοιράζεσαι με τον σωστό άνθρωπο.

Έρως ανίκατε.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...